ΑΠΟΨΕΙΣ

Γεια σου, Νίκο Παναγιωτόπουλε

Δ​​εν διάβασα το βιβλίο του «Τίποτα» και δεν έχω δει ακόμη την ταινία του «Η κόρη του Ρέμπραντ». Τα τελευταία του έργα. Μόνο που αυτήν τη φορά δεν θα σκεφτώ αν θα γράψω κριτική ή σχόλιο ή αν θα το αποφύγω για να μην τον στενοχωρήσω. Δεν θα με προβληματίσουν οι λέξεις, διαλεγμένες με προσοχή για να μην τον προσβάλουν. Αν και όλα τα καταλάβαινε. Μια φορά με είχε πάρει τηλέφωνο να μ’ ευχαριστήσει που επέλεξα να μη γράψω, ξέροντας ότι η ταινία του δεν μου άρεσε.

Ισως και να αποκλίνει αυτό από τους κανόνες της δημοσιογραφικής δεοντολογίας, αλλά η ευφυΐα του Νίκου Παναγιωτόπουλου δεν επέτρεπε τεχνητούς επαίνους ή συμπαθητικές αποτιμήσεις. Εκτιμούσε την εντιμότητα, την ειλικρίνεια και την αμεσότητα έστω κι αν θύμωνε ή τον στενοχωρούσε. Ηταν εξάλλου οξύς. Στο μυαλό, στον θυμό, στο βλέμμα, στον λόγο. Οι συγκρούσεις του ήταν πάντα μετωπικές, οι αντιθέσεις του και οι διαρκείς αναθεωρήσεις του είχαν κόστος.

Μία φράση του Κωστή Παπαγιώργη από το βιβλίο του «Γεια σου, Ασημάκη (ο αποχαιρετισμός του στον Χρήστο Βακαλόπουλο) περιγράφει, νομίζω, με ακρίβεια τον Νίκο Παναγιωτόπουλο: «Οι υπερευαίσθητοι άνθρωποι, αν δεν χάνονται σε παιδαριώδεις ονειροπολήσεις, καταλήγουν ρέκτες της παρατήρησης, με αποτέλεσμα να γίνεται η καρδιά τους μια απίθανη κρύπτη από ιδιότυπα συμπεράσματα». Από τις πρώτες του ταινίες ο Παναγιωτόπουλος ξεψάχνιζε πρόσωπα και ανθρώπινες σχέσεις με ένα φορμαλισμό που επινοούσε στη μία για να ανατρέψει στην επόμενη ταινία του. Τι σχέση έχουν οι «Τεμπέληδες της εύφορης κοιλάδας» με το «Αυτή η νύχτα μένει» και αυτή με το «Delivery» ή «Τα οπωροφόρα της Αθήνας»; Η μόνη απάντηση είναι ότι όλες ανήκουν στο ίδιο σύμπαν. Ενα σύμπαν αρκετά αυθαίρετο, σαρκαστικό, υπονομευτικό, οικείο και την ίδια στιγμή αποδομητικό, που καταργεί τη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στο πραγματικό και το ψευδαισθητικό, που αγαπάει πολύ τη γαλλική νουβέλ βαγκ είτε ο δημιουργός του γυρίζει νουάρ, είτε ταινία περιπλάνησης, είτε ιστορία έρωτα, πάθους και αυτοκαταστροφής.

Οταν, το 2005, σε μια τηλεοπτική συνέντευξη στην ΕΤ1, τον ρώτησα γιατί γυρίζει, από το 1999 και μετά, σχεδόν μία ταινία τον χρόνο, απάντησε: «Θέλω να μάθω καλά τη δουλειά μου και είναι δύσκολο. Θέλω να κατακτήσω την τέχνη, τη μαστορική. Ο κινηματογράφος μού αρέσει ως μαστορική όχι ως τέχνη». Δεν ξέρω αν το πίστευε απόλυτα αυτό. Μάλλον το πίστευε όσο και άλλες ρήσεις και παραδοξότητες, που διατύπωνε με μεγάλη χάρη και ελευθερία: «Ασκώ μια τέχνη από την οποία έχω ολοσχερώς ηττηθεί», έλεγε ή «μόνο ο βωβός κινηματογράφος έχει ολοκληρωθεί ως τέχνη».

Ποιος ήταν τελικά ο σκηνοθέτης Νίκος Παναγιωτόπουλος; «Είμαι ό,τι και οι ταινίες μου», απαντούσε τη μια, διαφεύγοντας την ταξινόμηση, όπως και η φιλμογραφία του. «Είμαι κάποιος ανόητος, αφού δεν έχω καταφέρει να βρω το βάθος κανενός πράγματος», απαντούσε την άλλη. «Από εκεί πηγάζει ειρωνεία και μελαγχολία και γι’ αυτό είναι πολλοί εκείνοι που δεν μπορούν να με υποφέρουν». 

Ανεξάντλητος, γοητευτικά κυνικός, δεινός αφηγητής, μιλούσε με οικονομία στον χρόνο αλλά όχι στις αινιγματικές ατάκες, στις λογοτεχνικές ή σινεφιλικές αναφορές. Σκάλιζε τη ζωή, δεν την άφηνε σε ησυχία. «Δεν υπάρχει μια ζωή μετά από αυτήν, αλλά μια ζωή μέσα σε αυτήν, που πρέπει κανείς να την ανακαλύψει». Το πίστευε και το έπραττε.

Το ταξίδι του Νίκου Παναγιωτόπουλου σταμάτησε απροσδόκητα. Σαν να κόπηκε ξαφνικά το φιλμ την ώρα της προβολής. Κι εμείς, οι θεατές, βουβοί και ασυντρόφευτοι, με ένα δάκρυ που δεν λέει να κυλήσει για να συναντήσει το χαμόγελο, πλατύ και μεστό. Μετέωροι ανάμεσα στο μελόδραμα και το βαριετέ. Ετσι θα ήθελε να μας αφήσει, χωρίς φινάλε, γιατί η ζωή, όπως δήλωνε και ο ίδιος, «είναι ένα παιχνίδι που στο τέλος δεν κερδίζει κανείς».