ΑΠΟΨΕΙΣ

Ο νόστος των αποδημητικών χαρτονομισμάτων

Παρά την κλιματική αναταραχή και την ανάμειξη των εποχών μέχρι συγχύσεως, επί του παρόντος μόνο τα δέντρα και τα λουλούδια έχουν αποπροσανατολιστεί και ανθίζουν πρόωρα. Με τα αποδημητικά πουλιά δεν ισχύει ακόμα το ίδιο. Τουλάχιστον με όσα συνεχίζουν να τιμούν το όνομά τους και αποδημούν όντως σε ηπιότερα κλίματα· γιατί αρκετά ξεμένουν, διαπιστώνοντας γενιά τη γενιά ότι αντέχουν πια εκεί όπου άλλοτε αποδεκατίζονταν. Τα θαυμαστό νέο, πάντως, είναι ότι επιστρέφουν στη χώρα τα αποδημητικά χαρτονομίσματα, όσα είχαν κάνει φτερά πριν από τα περιοριστικά μέτρα.  

Εκπληκτοι οι τραπεζικοί, οι εφοριακοί και γενικώς οι άνθρωποι της αγοράς παρατηρούν ότι εκτός από τα κάπως συνηθισμένα εκατοντάευρα και διακοσάευρα, είναι πολύ συχνές και οι εμφανίσεις ενός σπανιότατου είδους, του επιστημονικώς αποκαλουμένου Πεντακοσαεύρου του Δυσπροσίτου. Τα χρήματα αυτά αποσεντουκώνονται, σύμφωνα με ένα νέο ρήμα που ακόμα δεν αξιώθηκε να λεξικογραφηθεί, και ξαναβρίσκουν τη χαμένη τιμή τους για να καλύψουν φορολογικές υποχρεώσεις ή και τρέχοντα έξοδα.

Ειδικότερες παρατηρήσεις του νέου κλάδου της οικονομο-ορνιθολογίας πιστοποιούν, με βάση την οσμή του χρήματος (που υπάρχει, ό,τι κι αν έλεγε ο Βεσπασιανός) και την επ’ αυτού σκόνη, ότι τα αποδημητικά χαρτονομίσματα που υπέκυψαν στη γοητεία του νόστου είναι τα αποκαλούμενα μικροαποδημητικά. Οσα δηλαδή δεν ξενιτεύονται σε μακρινές χώρες, αρκούμενα σε μια μετακίνηση μέτρων ή το πολύ χιλιομέτρων. Πόση είναι, άλλωστε, η απόσταση από την «επίφοβη» τράπεζα στην ασφαλέστατη σπιτική κρυψώνα, όπου, ως γνωστόν, «κλέπται ου διορύσσουσι, ουδέ κλέπτουσιν»;

Δεν ξενίζει το γεγονός ότι ανάμεσα στα χαρτονομίσματα που ξαναμπήκαν στην κυκλοφορία βρίσκονται κάμποσα των 500 ευρώ. Τα πεντακοσάευρα δεν ταυτίζονται καλά και σώνει με τους πεντακοσιομέδιμνους. Αυτοί άλλωστε προτιμούν το άυλο χρήμα. Ή το ταξίδι στο εξωτερικό. Και δεν πάσχουν από νοσταλγία. Γι’ αυτό και, δυστυχώς για τα οικονομικά της χώρας (δηλαδή του καθενός μας ξεχωριστά και όλων από κοινού, κι ας μην το έχουμε κατανοήσει όλοι αυτό), πολύ λίγα είναι μέχρι τώρα τα επανακάμψαντα μακροαποδημητικά. Οσα δηλαδή μετανάστευσαν σε άλλες χώρες, με ελάχιστο κόπο είναι η αλήθεια. Πολύ λίγες είναι και οι πιθανότητες να επιστρέψουν διά της μεθόδου «να τα δηλώσεις για να τα σώσεις».

Οπότε; Οπότε, οφείλει η πολιτεία να αναζητήσει τη δική της χαμένη τιμή, εκείνη που προσδιόρισε ο υπουργός Οικονομικών της Βόρειας Ρηνανίας – Βεστφαλίας Νόρμπερτ Βάλτερ Μπόργιανς, λέγοντας ότι μέχρι χθες η ελληνική πλευρά (κυβερνήσεις και τράπεζες) έβλεπαν απλώς τις λίστες να περνούν, χωρίς καμία όρεξη να τις ελέγξουν. Δεν χρειάζεται να καλοπιάσει ή να προσφέρει περαιτέρω προνόμια στους ήδη υπερπρονομιούχους. Ούτε και να απειλήσει. Να τηρήσει απλώς τους νόμους, όσους ήδη ίσχυαν και όσους νέους εισήχθησαν. Για λόγους οικονομικούς. Και πρωτίστως ηθικούς.