ΑΠΟΨΕΙΣ

Ο αμφίδρομος λαϊκισμός

Στο αντιπροσωπευτικό σύστημα τα κόμματα εξουσίας εκτελούν ρόλους διακριτούς στο πλαίσιο της εκάστοτε επικρατούσης συγκυρίας – περιφερειακής, ευρωπαϊκής ή παγκόσμιας. Στην απλοελληνική αυτό σημαίνει ότι ορισμένα θέματα μπορεί και πρέπει να προωθήσει η Κεντροδεξιά και άλλα έχει υποχρέωση να εφαρμόσει η ούτως ειπείν Κεντροαριστερά. Με αυτόν τον τρόπο και την εναλλαγή στην εξουσία προκύπτει η σύνθεση και μία χώρα βαδίζει προς την ολοκλήρωση, δηλαδή εναρμονίζεται με την εκάστοτε κυριαρχούσα τάση.

Ο ΣΥΡΙΖΑ εκτοξεύθηκε στην εξουσία ως νεοπαγής ανώριμος, ασύνδετος πολιτικός μηχανισμός. Το τίμημα του ολέθριου ερασιτεχνισμού και της ακραίας συγκρουσιακής πολιτικής έναντι των εταίρων και δανειστών της χώρας το επλήρωσαν με τρόπο οικτρό η Ελλάς και ο πρωθυπουργός κ. Αλέξης Τσίπρας, που τώρα αγωνίζεται –ίσως ματαίως– να διαχειρισθεί την «επαναστατική» διάθεση που καλλιέργησε στην κοινωνία, αντιπολιτευόμενος τον προκάτοχό του κ. Αντώνη Σαμαρά.

Συνομολόγησε ο κ. Τσίπρας, όμως, νέο μνημόνιο, που εψηφίσθη από τη Νέα Δημοκρατία –επί της προεδρίας του κ. Ευάγγελου Μεϊμαράκη– και από άλλα κόμματα, απλώς και μόνον για να παραμείνει η χώρα στη Ζώνη του Ευρώ. Αυτή η ευρύτατη πλειοψηφία όπλισε τους εταίρους της Ελλάδος με επιχειρήματα ώστε να υπερψηφισθεί η συμφωνία από τα κοινοβούλια των ευρωπαϊκών κρατών.

Αλλά ακολούθησε τετράμηνη οικτρή εσωκομματική αντιπαράθεση για την ανάδειξη του «αντι-Τσίπρα» και εκέρδισε τη μάχη ο κ. Κυριάκος Μητσοτάκης, ο νέος πρόεδρος της Ν.Δ. Δεν τρέφουμε κανένα θαυμασμό για τον κ. Τσίπρα, όμως ένας ετεροπροσδιοριζόμενος «αντίθετός» του ενδέχεται να καταστεί απλώς η διαφορετική όψη του ίδιου αναξιόπιστου νομίσματος.

Οι επιδόσεις του κ. Τσίπρα και των συνεργατών του σε πλείστες όσες όψεις της κυβερνητικής δραστηριότητας προσφέρουν πεδίο λαμπρό της πλέον αυστηρής και αμείλικτης κριτικής. Η εφαρμογή του μνημονίου –που πάντοτε συντάσσεται από τους δανειστές μας– είναι πλημμελής και ετεροβαρής, αλλά αυτό ισχύει από τον Μάιο του 2010. Εξ ου και το νέο πρόγραμμα έχει επιβαρυνθεί και με όσα δεν εφαρμόσθηκαν στη διάρκεια της πενταετίας ή εκαλύφθησαν προσωρινώς «κάτω από το χαλί».

Η κριτική και οι επισημάνσεις των συνεπειών μιας πολιτικής ολιγωρίας είναι καθήκον της αξιωματικής αντιπολιτεύσεως, αλλά όχι η καταψήφισή τους. Η μετατροπή της Ελλάδος σε επενδυτικό παράδεισο, που επαγγέλλεται ο κ. Μητσοτάκης και εάν ακόμη είναι μία εφικτή προοπτική, απαιτεί ικανό χρόνο εφαρμογής, ενώ η μεταρρύθμιση στο ασφαλιστικό και στο φορολογικό έχει τον χαρακτήρα του υπερεπείγοντος.

Πολύ φοβούμεθα ότι βαδίζουμε σε μία εκτράχυνση της εσωτερικής συγκρούσεως, που πιθανόν θα οδηγήσει σε εκλογές πριν από τον Σεπτέμβριο και εκτός από την Ελλάδα, χαμένοι θα είναι τελικώς τόσο ο κ. Τσίπρας όσο και ο κ. Μητσοτάκης. Η απάντηση στον λαϊκισμό της Αριστεράς δεν είναι ασφαλώς ο λαϊκισμός του «εκσυγχρονισμού».