ΑΠΟΨΕΙΣ

Τα λεγόμενα και τα βλεπόμενα της πρώτης φοράς

Ο​​σο προσπαθώ να φέρω στον χρόνο τα πίσω μπρος, μετρώντας και ζυγίζοντας τις εν εξουσία ημέρες της Αριστεράς, της πρώτης φοράς και της συνεχιζόμενης δεύτερης, στο μυαλό μου κλωθογυρίζουν κάποιες παροιμίες, μπορεί υποβοηθητικές, μπορεί παγιδευτικές. «Αλλα είναι τα λεγόμενα και άλλα τα βλεπόμενα», λέει μία εξ αυτών, που την αποθησαύρισε ο λόγιος Επαμεινώνδας Ι. Σταματιάδης στα πεντάτομα «Σαμιακά» του –«ιστορία της νήσου Σάμου από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι των καθ’ ημάς»–, τα οποία εκδόθηκαν τη δεκαετία 1881-1891. Την τόσο οικεία διάσταση του υπεσχημένου από το εμπράκτως επαληθευόμενο ζωγραφίζει ο κοινός λόγος. Ο συλλογικός νους, παθός και μαθός, έχει αφιερώσει κι άλλες πικρόχολες σκέψεις, συνοψισμένες σε λίγες λέξεις, έμμετρες ή μη, στη μονότονα επανερχόμενη υπερβολή των υποσχέσεων και στη συνεπακόλουθη, αναπόδραστη διάψευση. Γνωστότερη απ’ όλες είναι η ομοιοκατάληκτη καταδίκη του πολυλογά που κατά κάποιον τρόπο αντιποιείται την εξουσία του Θεού, όμηρος της φαντασίωσης ότι διαθέτει και την κοσμοπλαστική ισχύ του, και «με τα λόγια χτίζει ανώγεια».

Και πολλά στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ συμφωνούν πια, αναγκαστικά συμφιλιωμένα με την αρχή της πραγματικότητας, πως ήταν πάμπολλες και αντιφατικές οι εξαγγελίες τους, όσες οδήγησαν στην εκλογική νίκη της 25ης Ιανουαρίου 2015 και στην επικράτηση στις 20 Σεπτεμβρίου, παρά την ανασκευαστική διαχείριση του δημοψηφίσματος, το νόημα του οποίου ήρθε τα πάνω κάτω, ακυρωμένο. Είχαν βγει από το καλούπι ενός πλειοδοτικού βολονταρισμού που αρκείται στην κολακεία του πλήθους. Δεν επιθυμεί να το συναρπάσει ιδεολογικά και να το πολιτικοποιήσει ουσιωδώς.

Ο ΣΥΡΙΖΑ κέρδισε ψήφους με τον τρόπο αυτό, όχι πολιτικοποιημένες συνειδήσεις. Η «αισιοδοξία της βούλησης» που χαρακτήρισε τον προεκλογικό «ευαγγελισμό» του, όχι στην γκραμσιανή εκδοχή της αλλά μεταποιημένη στη μορφή ενός ετσιθελισμού που όσο περισσότερο αγνοεί την πραγματικότητα τόσο περισσότερο εξοιδαίνεται, έθεσε τον πήχη στα έξι μέτρα του επί κοντώ. Και ωστόσο, προηγούνταν το άλμα εις ύψος, στα 2,30. Γι’ αυτό το αγώνισμα έπρεπε να προπονηθούν οι του ΣΥΡΙΖΑ. Εγκαιρα. Εβλεπαν άλλωστε από νωρίς την εξουσία να έρχεται προς το μέρος τους. Ή μάλλον εκείνο το μικρό κομμάτι εξουσίας που αντιστοιχεί σε μια ισχνή κοινοβουλευτική πλειοψηφία, που κι αυτή τελικά προέκυψε με αναγκαστικό δάνειο. Η σύμπραξη με τους ανερμάτιστους ΑΝΕΛ, που τον Ιανουάριο παρουσιάστηκε σαν υποχρεωτική αλλά τον Σεπτέμβριο επικυρώθηκε θεαματικά, με την άνοδο του κ. Καμμένου στην πανηγυρική εξέδρα των Προπυλαίων, ήταν η πρώτη αιτία βαριάς απογοήτευσης.

Η καθημερινότητα έδειξε γρήγορα ότι στον ΣΥΡΙΖΑ, αν και έβλεπαν πως η προσδοκία τους θα πραγματωνόταν σύντομα, λίγο χρόνο είχαν ξοδέψει για να ετοιμαστούν και να ετοιμάσουν – μελέτες, σχέδια, προγράμματα. Καλά καλά οι επικεφαλής δεν γνώριζαν την ανθρωπογεωγραφία των πολιτευτών τους. Εκ των υστέρων, η μεν προπαρασκευή κρίνεται ισχνή, η δε αυτοπεποίθηση υπερδιογκωμένη. Σε έναν κόσμο που θέλει να λέει και να πιστεύει ότι πολιτεύεται για το «εμείς» και με το «εμείς», για την προσφορά και όχι για την κάρπωση, ήταν οδυνηρά πολλά τα φουσκωμένα «εγώ» που ξεφύτρωσαν στις πρώτες κιόλας κυβερνητικές εβδομάδες (και κάμποσοι οι μη υπουργοποιηθέντες τηλεμεμψίμοιροι). Τυπικότερο δείγμα ο κ. Γιάνης Βαρουφάκης. Μια βεντέτα. Πολιτεύτηκε πρωτίστως για τον εαυτό του, σπαταλώντας περισσότερες ώρες και φαιά κύτταρα για να φτιασιδώνει τις αρθρογραφικές του παρεμβάσεις ή για να σκηνοθετεί τον ναρκισσισμό του στις αμέτρητες συνεντεύξεις του παρά για να ετοιμάζει τους φακέλους με τους οποίους ίσως αντιμετώπιζε αποτελεσματικότερα τον κ. Σόιμπλε και τους δορυφόρους του. Η ψευδαίσθηση ότι αρκεί η προσωπική γοητεία για να καμφθούν προκαταλήψεις, συσχετισμοί και παγιωμένα συμφέροντα μόνο στη διαπραγματευτική ήττα θα μπορούσε να οδηγήσει. Οπως κι έγινε.

Υπερεκτίμησε τις δυνάμεις του ο ΣΥΡΙΖΑ. Το αποδέχεται πλέον και η ηγεσία του, η οποία βιάστηκε να πιστέψει ότι το κόμμα ήταν ήδη κίνημα μαζικό, πανελλαδικό και βαθιά συνειδητοποιημένο. Οπως βιάστηκε να πιστέψει ότι είχε ξεπεραστεί πια η περίοδος του απλού αθροίσματος και ότι οι συνιστώσες είχαν όντως αποφασίσει να απενεργοποιήσουν το αριστερόμετρό τους, διαφορετικό για την καθεμιά, και να πάψουν να κρατούν και δεύτερα, κρυφά κατάστιχα, για να καταγράφουν τους «δικούς τους», επιρροές ή σταυρούς. Ταυτόχρονα, υποτίμησε τους αντιπάλους του στην Ευρώπη, πιθανώς και επειδή υπέθεσε ότι ο σεβασμός τους στη λαϊκή ψήφο θα ήταν πραγματικός και όχι διακηρυκτικός, κι έτσι δεν θα τολμούσαν να καταφρονήσουν τη λαϊκή ετυμηγορία. Και ποντάρισε πολλά σε μια «συμμαχία του Νότου», που όμως ούτε καν τώρα δεν φαίνεται πιθανή, παρότι ο Ματέο Ρέντσι εκδηλώνεται, ξιφουλκεί κατά των Βρυξελλών, στην Πορτογαλία σχηματίστηκε κυβέρνηση σοσιαλιστών (υποστηριζόμενη από τα κόμματα της Αριστεράς), οι δε Podemos διεκδικούν τμήμα της κυβερνητικής εξουσίας στην Ισπανία. Προφανώς και δεν θα είχαν ιδιαίτερη όρεξη οι συντηρητικές δυνάμεις της Ε.Ε. ν’ αφήσουν ανενόχλητο το αριστερό ελληνικό πείραμα, παρακολουθώντας το εξ αποστάσεως και δίχως θεμιτές και αθέμιτες παρεμβάσεις. Μα ποια τα δεύτερα σχέδια, εκτός από τα οιηματικά βαρουφάκεια;

Οταν διαβάζεις βιαστικά και λαθεμένα το κείμενό σου (ας το τιτλοφορήσουμε «Η εξουσία εν Ελλάδι»), εμπιστευόμενος υπερβολικά την αυτοσχεδιαστική σου ικανότητα, δύσκολα καταφέρνεις να το ερμηνεύσεις σωστά, να το μεταφράσεις με πιστότητα και, κυρίως, να το αλλάξεις. Να προσπαθήσεις δηλαδή να το αλλάξεις, ξεπερνώντας την πεισματική αντίσταση των ιδεολογικών αντιπάλων σου, ημεδαπών και αλλοδαπών.

Κάποια κεφάλαια τα διάβασε με καθαρό μυαλό ο ΣΥΡΙΖΑ. Σε αυτά πολιτεύτηκε τιμώντας τις δεσμεύσεις του – και σε αυτά ακριβώς ήρθε σε ρήξη (αναμενόμενη άλλωστε) με τους εθνικιστές ΑΝΕΛ. Εννοώ τον νόμο για την απόδοση της ελληνικής ιθαγένειας σε παιδιά αλλοδαπών που γεννιούνται και σπουδάζουν στην Ελλάδα και το σύμφωνο συμβίωσης προσώπων του ίδιου φύλου. Το ότι και στις δύο περιπτώσεις η νομοθετική μέριμνα θα μπορούσε να είναι ακόμα πιο ανοικτή δεν σημαίνει πως είναι ευτελές ό,τι ήδη συντελέστηκε.

Εννοώ, επιπλέον, την αναγνωρισμένη και από τον υπ. Οικονομικών της Ρηνανίας-Βεστφαλίας βούληση να ελεγχθούν οι λίστες Λαγκάρντ, Μπόργιανς κ.ο.κ., για λόγους οικονομικούς όσο και ηθικούς. Αίσθησή μου, επίσης, είναι ότι στο κεφάλαιο που τα πράγματα θα ήταν εντελώς διαφορετικά, γκρίζα, αν δεν κυβερνούσε ο ΣΥΡΙΖΑ είναι το μεταναστευτικό-προσφυγικό. Γι’ αυτά όμως την άλλη Κυριακή.