ΑΠΟΨΕΙΣ

Ενα «αντίο» στον θείο Σπύρο

Ηταν η πιο ήσυχη κηδεία που έχω παρευρεθεί. Στο ύφος της γυναίκας του έβλεπες κυρίως το «έστω έφυγε χωρίς να ταλαιπωρηθεί» και στα μάτια των παιδιών του μια αδιόρατη θλίψη για όσα πιθανώς δεν πρόλαβαν να του πουν, αλλά και ένα αισιόδοξο «πρόλαβε να χαρεί τα εγγόνια του», μαζί με την ανομολόγητη σκέψη ότι «αυτή είναι τελικά η ζωή».

Υπάρχουν πολλοί λόγοι που θέλησα να γράψω για τον Σπύρο Τσίρο. Οχι μόνο γιατί ήταν ο πρώτος «συνάδελφος» που με υποδέχθηκε και μου είπε «εγώ θα είμαι εδώ για ό,τι χρειαστείς» όταν πρωτομπήκα στα γραφεία της «Καθημερινής» σε ηλικία 22 ετών. Αλλά και γιατί οι αρετές του συγκεκριμένου δημοσιογράφου θεωρούνται σήμερα «πασέ» – κάτι σαν τις γραβάτες που κανείς πια δεν θεωρεί υποχρεωτικό να φορά ακόμη και στη βουλή εν είδει μιας τάχα επαναστατικής προοδευτικότητας.

Τον θυμάμαι σαν τώρα -και ας έχουν περάσει 25 χρόνια- να τηλεφωνεί π.χ. σε έναν δικαστή και να του διαβάζει μια φράση που θα του απέδιδε την επομένη στην εφημερίδα εντός εισαγωγικών. «Αυτό δεν εννοούσατε κ. Δικαστά;» τον ρωτούσε και έκλεινε το τηλέφωνο ευτυχής που είχε κάνει σωστά τη δουλειά του.

Με τον αδελφικό μου φίλο Γιώργο -τον πρωτότοκο γιο του- καθόμασταν τότε σε αντικριστά γραφεία και με τη θρασύτητα της νιότης μας θεωρούσαμε υπερβολική τυπολατρία το «άγχος» του πατέρα του να είναι το γραπτό του αψεγάδιαστο και να μην επιδέχεται, την επομένη, αμφισβήτησης ακόμη και στην τελευταία του λεπτομέρεια. Επρεπε να περάσουν χρόνια για να συνειδητοποιήσουμε ότι με αυτά τα φωναχτά τηλεφωνήματα ο «θείος Σπύρος» -έτσι μου ζητούσε πάντα να τον αποκαλώ- μας μάθαινε τις δύο βασικές αρχές της δημοσιογραφίας: Ποτέ δεν γράφεις κάτι για το οποίο δεν είσαι απολύτως σίγουρος και ποτέ δεν αυτοσχεδιάζεις με όσα αποδίδεις σε κάποιον εντός εισαγωγικών.

Το ήθος, η ευγένεια και η σεμνότητά του σπανίως πλέον συναντώνται στο σινάφι μου. Οπως και η συνήθειά του να δίνει τα χειρόγραφά του -και κυρίως αυτά που έγραφε τη γνώμη του- σε 1-2 συναδέλφους του, που εκείνος είχε επιλέξει, για να ακούσει μια δεύτερη άποψη. Κι αυτό μου φαινόταν τότε παράξενο, μέχρι που κατάλαβα ότι το να ζητείς μια δεύτερη γνώμη και μάλιστα από νεότερους συναδέλφους, όχι μόνο δεν ήταν δείγμα ανασφάλειας, αλλά ένδειξη μιας σπάνιας ωριμότητας. Σαν να επιζητούσε μια πιο σύγχρονη ματιά και μάλιστα πάντα πρόθυμος να την υιοθετήσει, αλλάζοντας μια-δυο φράσεις του, για να είναι σίγουρος ότι το κείμενό του δεν είναι γραμμένο στη γλώσσα των παλιών.

Για να αλλάξω λίγο το κλίμα, θα σας διηγηθώ μια φάρσα που είχαμε σκαρώσει στον Γιώργο με τον αρχισυντάκτη μας, τότε, Κώστα Λεονταρίδη. Ο Γιώργος είχε πάρει συνεντεύξεις από 2-3 ντέτεκτιβ της εποχής για να γράψει ένα ρεπορτάζ για τις σύγχρονες μεθόδους παρακολούθησης, και τον έναν, επιστρέφοντας στην «Κ», μας τον παρουσίασε ως λαμόγιο. Την επομένη μαζέψαμε με τον Κώστα χρήματα, τα βάλαμε σε ένα φάκελο και τον τοποθετήσαμε στο γραφείο του Γιώργου με τη συνοδευτική επιστολή «το ρεπορτάζ σας ήταν υπέροχο, προσβλέπω και σε νέες συνεργασίες, Ντέτεκτιβ Ταδόπουλος».

Δεν θα ξεχάσω ούτε το ύφος του Γιώργου, ούτε κυρίως του Σπύρου, μόλις ο Γιώργος πήγε στο γραφείο του να του πει τι είχε συμβεί. Ο θείος Σπύρος πετάχτηκε από την καρέκλα του και με ύφος βλοσυρό, όσο ποτέ άλλοτε, απλά έδειξε στον γιο του την πόρτα της εξόδου. Λίγο αργότερα έτρεχα πίσω από τον Γιώργο στη Σωκράτους για να τον προλάβω να μην τρίψει στα μούτρα του Ταδόπουλου τα χρήματα, όπως τον είχε προστάξει ο Σπύρος. Ηταν σπάνια όχι μόνον η εντιμότητά του, αλλά και η ευρυμάθεια την οποία ποτέ του δεν «πουλούσε». Δεν τον θυμάμαι, επίσης, ούτε μια φορά να περιαυτολογεί, πόσω μάλλον να καυχιέται για κάποια δημοσιογραφική του αποκλειστικότητα που ήταν αμέτρητες στα 30 χρόνια που τίμησε το δικαστικό ρεπορτάζ.

Αν κάτι, ωστόσο, κατεξοχήν τον χαρακτήριζε και είναι η αιτία όσων διαβάζετε, ήταν ο ίδιος ο στόχος της ζωής του. Εχοντας πλέον κι εγώ γίνει γονιός, νομίζω ότι ο Σπύρος έζησε έχοντας ως αποκλειστική και ανομολόγητη επιθυμία του να τον ξεπεράσουν τα παιδιά του. Να γίνουν ο Γιώργος και ο Θάνος ακόμη καλύτεροι δημοσιογράφοι από τον ίδιο. Οι επιτυχίες τους ήταν που τον έκαναν περισσότερο από κάθε τι άλλο ευτυχισμένο, ελέγχοντας πάντα με διακριτικότητα ότι τηρούν απλά τις αρχές του.

Θάνο και Γιώργο πρέπει να είστε υπερήφανοι. Σας το λέει ο «ανιψιός» που και εκείνος έμαθε από τον Θείο Σπύρο, όσα ο πατέρας σας ποτέ δεν θέλησε να διδάξει ως μαθήματα, αλλά σας -μας- τα έδειξε με τη ζωή του.