ΑΠΟΨΕΙΣ

Συνηθίζοντας το χειρότερο

Στις 25 Ιανουαρίου του 2015 οι Ελληνες ήταν χωρισμένοι σε δύο μεγάλες ομάδες. Στην πρώτη, την πλειοψηφική, συγκαταλέγονταν όσοι πίστευαν ότι ο κ. Τσίπρας θα τηρήσει τις υποσχέσεις του. Δεν ήσαν μόνον όσοι ανιστόρητοι φαντασίωναν την αριστερή επανάσταση στην Ευρώπη και όσοι ονειρεύονταν έναν «άλλο κόσμο που είναι εφικτός» σε τούτο εδώ τον κόσμο. Αυτοί ήσαν οι λιγότεροι. Η κρίσιμη μάζα των ψηφοφόρων του πίστευε πως θα καταργήσει τον ΕΝΦΙΑ, θα απαλλάξει τη χώρα από τα μνημόνια, θα επαναπροσλάβει όσους είχαν χάσει τις θέσεις τους στο Δημόσιο και, γενικά, ότι θα επαναφέρει την Ελλάδα εκεί όπου ήταν όταν αρμένιζε για την κρίση. Υποσχόταν οπισθοδρόμηση με προοδευτικό λεξιλόγιο ή, εν πάση περιπτώσει, ένα λεξιλόγιο το οποίο το συλλογικό μας ασυνείδητο έχει καταχωρίσει ως «προοδευτικό». Καθησύχαζαν εαυτούς με το ρεφρέν «πόσο χειρότερα μπορούν να γίνουν τα πράγματα». Ας δοκιμάσουμε και κάτι άλλο.

Τη δεύτερη μεγάλη ομάδα αποτελούσαν όσοι δεν τον είχαν ψηφίσει μεν, πίστευαν όμως πως τα πράγματα δεν ήσαν τόσο ακραία όσο τα υποσχόταν η ανέφελη ρητορική του. Δεν θα αποτολμούσε τη σύγκρουση με την Ευρώπη, σύντομα θα καταλάβαινε, αν δεν το είχε ήδη καταλάβει, πως είναι προς το συμφέρον του μια στροφή προς τη σοσιαλδημοκρατία, εξάλλου, όπως είναι γνωστό στα μέρη μας η πολιτική ρητορεία δεν διατηρεί και άριστες σχέσεις με την αλήθεια. Εφερναν το παράδειγμα του Ανδρέα Παπανδρέου, τον τόνο της φωνής του οποίου απέδιδε με ταλέντο εξαιρετικού μίμου ο Τσίπρας. Θύμιζαν πως κι αυτός είχε συνεπάρει κάποτε τον λαό υποσχόμενος την έξοδο από την ΕΟΚ και το ΝΑΤΟ και ήξερε να κάνει στροφή ή «κωλοτούμπα» την κατάλληλη στιγμή. Ξεχνούσαν όμως ότι ο Ανδρέας Παπανδρέου ήταν κοσμοπολίτης, κοινώς ήξερε πώς είναι ο κόσμος έξω από τα Εξάρχεια και την Κουμουνδούρου, και πως, πριν τον αποβλακώσει ο γεροντοέρωτας, με όλον του τον κυνισμό, είχε αποδείξει ότι μπορεί να ενορχηστρώσει ακόμη και τη χειρότερη πολιτική κακοφωνία.

Δώδεκα μήνες αργότερα, το συμπέρασμα μοιάζει ασφαλές: ο κ. Τσίπρας και η κυβέρνηση της οποίας ηγείται κατάφεραν να απογοητεύσουν και τις δύο ομάδες των ψηφοφόρων. Και αυτούς που τον ψήφισαν και αυτούς που δεν τον ψήφισαν αλλά δεν ανησυχούσαν και υπερβολικά. Και όσους πίστεψαν στη ρητορική του και όσους την αντιμετώπιζαν απλώς ως δημαγωγική. Οσοι επένδυσαν στον «άλλο κόσμο», όπως οι Λαφαζάνηδες του κόσμου τούτου, αποκολλήθηκαν από τον οργανισμό σαν νεκρό σκέλος. Οσοι νόμισαν πως θα καταργήσει τα μνημόνια τον είδαν να προσθέτει ένα ακόμη στη συλλογή μας. Οσοι επένδυσαν στην περίφημη σοσιαλδημοκρατική στροφή του, αγνοώντας τις αδυναμίες, τις προσωπικές του και του περιβάλλοντός του, κατάλαβαν πολύ γρήγορα πως η άρνησή του να φορέσει γραβάτα δεν ήταν απλώς κακογουστιά ή αγένεια. Ο άνθρωπος διεκήρυσσε urbi et orbi πως είναι πολύ ευχαριστημένος από τον εαυτό του, και τη διαπραγματευτική άνεση του ανοιχτού πουκάμισου μπορούσε να την επισκιάσει μόνον ο τρόπος που χειρίζεται τις λέξεις της αγγλικής – πάντως αυτό που μιλάει δεν είναι γλώσσα.

Το καλοκαίρι που μας πέρασε επικράτησε πανικός. Η χώρα, απομονωμένη και καταχρεωμένη, κινδύνευσε να αποβληθεί από την Ενωση, οι τράπεζες έκλεισαν, οι ανοχύρωτες ακτές του Αιγαίου γέμισαν μετανάστες και πρόσφυγες και ο κ. Τσίπρας, ύστερα από ένα κάλπικο δημοψήφισμα προκήρυξε και πάλι εκλογές. Και τις κέρδισε. Ισως γιατί δεν είχε αντιπολίτευση –αν εξαιρέσουμε την αγέρωχη δυναμική της κ. Γεννηματά– μάλλον όμως επειδή είχε ακόμη κάποια αποθέματα αξιοπιστίας. Ο αδούλωτος ελληνικός λαός προσκύνησε με ευλάβεια και τη μεταμόρφωση του βροντερού «Οχι» σε υπερήφανο «Ναι» και τις ουρές των συνταξιούχων μέσα στο λιοπύρι. Η ανάμνηση των «προηγουμένων» ήταν ακόμη φρέσκια και η κόπωση που είχαν επιφέρει στην ελληνική κοινωνία ήταν ακόμη αισθητή.

«Ελληνική κοινωνία»· όποτε γράφω την έκφραση προσπαθώ και ο ίδιος να καταλάβω τι εννοώ. Ενα μωσαϊκό που έχασε το πρόσωπό του – όπως αυτά που ασβέστωναν ή τύφλωναν οι Οθωμανοί; Μια κουρελού από ρετάλια συντεχνιών, μικροσυμφέροντα και τις περίφημες «τοπικές κοινωνίες»; Η παιδεία σε μαθαίνει ελευθερία, κατά συνέπεια σου δίνει το δικαίωμα της επιλογής, αυτό που έχει χάσει η «ελληνική κοινωνία» πολύ πριν από την κρίση και τα μνημόνια. «Σ’ όποιον αρέσουμε, για τους άλλους δεν θα μπορέσουμε» – το σουξεδάκι του ναρκισσισμού μας. Κοινώς, δεν έχουμε άλλες απαιτήσεις από τον εαυτό μας εκτός από αυτές που μας βάζει ο ίδιος μας ο εαυτός. Και μια κοινωνία χωρίς απαιτήσεις, χωρίς εξωτερικές αναφορές, είναι καταδικασμένη.

Μια κοινωνία που δεν έχει τη δύναμη να απαιτήσει κάτι από τον εαυτό της συνηθίζει το χειρότερο. Η διαφορά είναι απλή: ενώ στα πρώτα χρόνια της κρίσης, με τις συγκυβερνήσεις Ν.Δ. και ΠΑΣΟΚ, ο εθισμός συνεπαγόταν ενοχές, η συγκυβέρνηση των Συριζανέλ τον απενοχοποίησε και τον μετέβαλε σε ναρκισσισμό. Μέσα σ’ αυτούς τους δώδεκα μήνες εθιστήκαμε στο χειρότερο, στη διεθνή αναξιοπιστία, στον ασφυκτικό έλεγχο των τραπεζών, στον διασυρμό της παιδείας, στη σκέτη κοροϊδία. Διότι είναι κοροϊδία όταν σου λένε ότι παλεύουν για μια ανεξάρτητη εθνική πολιτική, δηλαδή στο δικαίωμα του Σπίρτζη και του Κατρουγκάλου να αποφασίζουν για τις τύχες σου. Μόνοι τους! Ελεος. Εχουν το θράσος να λένε ότι για το ασφαλιστικό ήξεραν οι ψηφοφόροι στις εκλογές του Σεπτεμβρίου. Ηξεραν πως πρόκειται να ληφθούν μέτρα. Ποια είναι τα μέτρα το έμαθαν προχθές.

Η απεξάρτηση από τον εθισμό στο χειρότερο είναι σχέδιο φιλόδοξο. Είναι όμως ζήτημα επιβίωσης της χώρας. Ποιος μπορεί να τον αναλάβει, τη στιγμή που η συγκυβέρνηση Συριζανέλ θα κάνει ό,τι περνάει από το χέρι της για να ενεργοποιήσει το τελευταίο καταφύγιο του εθνικού μας ναρκισσισμού, τον φθόνο και την εκδικητικότητα;