ΑΠΟΨΕΙΣ

«Δεσμοί» σεβασμού και συνύπαρξης

Η ​​πρώτη σκέψη που έκανα όταν τέλειωσε η ισλανδική ταινία «Δεσμοί αίματος» του Γκρίμουρ Χακόναρσον, είναι ότι θα έπρεπε να προβληθεί στα μπλόκα των αγροτών. Πάνω σε κάποιο τρακτέρ θα μπορούσε ενδεχομένως να στηθεί μια οθόνη ή κάπου στον δρόμο, αν τεχνικά δεν προσφερόταν η πρώτη εκδοχή. Θα είχε, εκ των πραγμάτων, ένα κοινό 400-800 ατόμων. Το κρύο βέβαια, όπως παρακολουθούσαμε στα ρεπορτάζ, ήταν τσουχτερό αλλά μπροστά στον ισλανδικό χειμώνα οι Ελληνες αγρότες θα αισθάνονταν, κλιματολογικά τουλάχιστον, προνομιούχοι.

Η προβολή δεν θα είχε κανέναν διδακτικό ούτε συγκριτικό χαρακτήρα. Δύσκολα, επίσης, θα χαρακτήριζε κανείς τους «Δεσμούς αίματος» ψυχαγωγική ταινία: δύο αδέλφια, που έχουν να μιλήσουν περισσότερα από 40 έτη, ζουν σε διπλανές φάρμες σε μια απομακρυσμένη κοιλάδα της Ισλανδίας. Ο κόσμος τους είναι τα πρόβατά τους. Οταν η τρομώδης νόσος (θανατηφόρος νευροεκφυλιστική νόσος του κεντρικού νευρικού συστήματος των αιγοπροβάτων) προσβάλει ένα κριάρι, ο φόβος απλώνεται σ’ όλη την περιοχή.

Τι νόημα θα είχε, λοιπόν, η προβολή; Καθησυχαστικό (όσο τα ελληνικά κοπάδια δεν αντιμετωπίζουν παρόμοιο πρόβλημα) και την ίδια στιγμή θα πρόσφερε μια άλλη εικόνα του κόσμου. Αρχετυπικές σχέσεις και συναισθηματικός παγετώνας μέσα σ’ ένα κρατικό περιβάλλον, υποδειγματικής οργάνωσης και απόλυτου ελέγχου. Μόλις εμφανίζεται το πρώτο κρούσμα κινητοποιείται ο μηχανισμός, προσπερνώντας όποιες αντιστάσεις, θανατώνονται τα κοπάδια, απολυμαίνονται οι στάβλοι, καταστρέφεται οτιδήποτε έχει έρθει σε επαφή με τα ζώα, αποζημιώνονται οι κτηνοτρόφοι για την καταστροφή που υφίστανται (έχει διάρκεια δύο ετών). Το κράτος είναι εκεί, ορατό, ο αρμόδιος κτηνίατρος και οι υπηρεσίες παρακολουθούν στενά τους κτηνοτρόφους εάν έχουν τηρήσει τις οδηγίες για να αποφευχθεί η εξάπλωση της νόσου.

Το ισλανδικό κράτος είναι παρόν και υποστηρικτικό. Σ’ ένα τοπίο γυμνό, υποβλητικό και αφιλόξενο, στο οποίο η απομόνωση είναι σχεδόν τρόπος ζωής, τα δύο αδέλφια αντιδρούν στη συμφορά με πείσμα και εμμονές. Μοιάζει να μη μοιράζονται τίποτα, ούτε τη μοναξιά τους· ο ένας οξύθυμος, αλκοολικός, ο άλλος μεθοδικός και σιωπηλός, ζουν έναν ακραίο ανταγωνισμό με οικογενειακές ρίζες, απρόθυμοι να δώσουν πληροφορίες για τις αιτίες της διαμάχης, το κοινό παρελθόν τους. Στο ασκητικό, με τα απολύτως αναγκαία έπιπλα, μάλλον τακτικό, σπίτι του ενός, η μουσική που ακούγεται είναι κλασική. Τον βλέπουμε να ετοιμάζει ευδιάθετος το χριστουγεννιάτικο δείπνο του, για να το απολαύσει μόνος χωρίς συνδαιτυμόνα. Στοιχειώδης εορταστικός διάκοσμος, ένα δώρο που ξετυλίγει ο ίδιος και, προφανώς, αγόρασε ο ίδιος για τον εαυτό του.

Το επόμενο μεσημεριανό γεύμα, ένα τραπέζι στην κοινότητα όπου όλοι οι κτηνοτρόφοι της περιοχής μοιράζονται, χωρίς καμία έξαρση στην αφήγηση, την ανατροπή της καθημερινότητάς τους.

Η μοναξιά είναι διαπεραστική όσο και το κρύο στη χιονισμένη κοιλάδα. Ενα τοπίο σχεδόν απόκοσμο, άδειο χωρίς καμία βλάστηση. Η «Ισλανδία είναι οτιδήποτε άλλο εκτός από γη» έχει πει ο Ρώσος σκηνοθέτης, Αλεξάντερ Σοκούροφ, αποδίδοντας με ακρίβεια τον εξωκοσμικό της χαρακτήρα.

Ομως μέσα στον πάγο, όπως μέσα σε ένα igloo, οι ψυχικές θερμοκρασίες αλλάζουν. Οι δεσμοί αίματος περιλαμβάνουν τόσο την προφανή σχέση με τα κοπάδια όσο και την κατεψυγμένη επαφή ανάμεσα στα δύο αδέλφια. Ο θάνατος, συντελεσμένος ή επικείμενος, ορίζει τη θερμοκρασία τήξης, που αποκαλύπτει το βάθος της αγάπης.

Δεν έχει τίποτα σύνθετο, ούτε στο ύφος ούτε στο περιεχόμενο, η ταινία. Οι Ισλανδοί κτηνοτρόφοι –όπως και όλη η κοινωνία– ζουν στο μέτρο των δυνατοτήτων τους, έχοντας διαρκώς ανοικτό το μέτωπο της φύσης.

Οι «δεσμοί» τους με το περιβάλλον είναι σεβασμού, αλληλοεπίδρασης, συνύπαρξης. Αυτή είναι και η γραμμή επικοινωνίας τους με τους άλλους, με τη φύση, με το κράτος. Με σκαμπανεβάσματα, αλλά αυτή.