ΑΠΟΨΕΙΣ

Η μακάρια καθήλωση στο χθες

Τ​​ο μακροβούτι της κρίσης δεν φαίνεται να έχει τέλος. Κρατάμε την αναπνοή μας τόσο καιρό, που κινδυνεύουμε να ξεχάσουμε πώς είναι να αναπνέουμε. Στο οικονομικό πρόβλημα προστέθηκε και το προσφυγικό, και έτσι έχουμε δύο μεγάλα μέτωπα ανοικτά με τους εταίρους μας στην Ευρωπαϊκή Ενωση. Οι δύο αυτές κρίσεις θα ήταν διαχειρίσιμες, εάν η Ελλάδα δεν είχε υποστεί οξεία μορφή ιδρυματισμού: από την ατελείωτη διαπραγμάτευση για την επόμενη αξιολόγηση από τους δανειστές έως την εισροή προσφύγων και μεταναστών, δείχνουμε απρόθυμοι να λειτουργήσουμε με τρόπο που να φανερώνει ότι γνωρίζουμε τι πρέπει να κάνουμε, πού μπορούμε να συνεργαζόμαστε με τους εταίρους μας και πού έχουμε δική μας, αξιόπιστη πρόταση. Αντιθέτως, φαίνεται ότι προτιμούμε να μας σέρνουν άλλοι –με χάδια ή με απειλές– προς την κατεύθυνση που αυτοί θέλουν.

Από τις αρχές του 2010 και την «επίσημη» αρχή μιας κρίσης που γνωρίζαμε ότι ερχόταν αρκετά χρόνια πριν, οι κυβερνήσεις και τα αντιπολιτευόμενα κόμματα δεν έκαναν τον κόπο να εκπονήσουν κάποια δική τους πολιτική για τη χώρα. Πρώτα, το ΠΑΣΟΚ, υπό τον Γιώργο Παπανδρέου, δεν καταλάβαινε το μέγεθος της απειλής, εν συνεχεία, υπό την απειλή της άμεσης και άτακτης χρεοκοπίας, σύρθηκε στην υπογραφή του πρώτου μνημονίου. Η ίδια η κυβέρνηση έδειχνε ότι δεν ήθελε να επωμιστεί το βάρος της απότομης προσαρμογής της οικονομίας και των πολλών μεταρρυθμίσεων που απαιτούσε η δανειακή σύμβαση – πόσο μάλλον τα υπόλοιπα κόμματα. Οσες αλλαγές εισήγαγε το ΠΑΣΟΚ και αργότερα η κυβέρνηση συνεργασίας Νέας Δημοκρατίας-ΠΑΣΟΚ εμφανίζονταν σαν υποχρέωση απέναντι στους δανειστές και όχι σαν επένδυση στο μέλλον της χώρας. Ετσι ήταν εύκολο για τον ΣΥΡΙΖΑ να δίνει την εντύπωση σε άλλους –αλλά και «εις εαυτόν»– ότι η αντίσταση σε ό,τι έκαναν οι προηγούμενες κυβερνήσεις ήταν πολιτική.

Σήμερα, έναν χρόνο μετά την εκλογή του ΣΥΡΙΖΑ, είναι προφανές ότι το απλοϊκό «όχι στα μνημόνια» δεν είναι σοβαρή πρόταση. Ούτε όμως είναι η εφαρμογή, με μισή καρδιά, των απαιτήσεων του νέου μνημονίου, όπως επιχειρεί η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα. Ο πανηγυρικός που εκφώνησε πριν από μία εβδομάδα ο κ. Τσίπρας, μαζί με τη βιντεοταινία που προηγήθηκε, έδειξε ότι ο πρωθυπουργός δεν θεωρεί τις περιπέτειες του 2015 αρκετό λόγο για να αλλάξει το μήνυμά του. Ο κ. Τσίπρας επιμένει ότι ο ΣΥΡΙΖΑ είναι η δύναμη που μπορεί να προστατεύσει τα συμφέροντα του λαού απέναντι στους δανειστές και στους Ελληνες «εκπροσώπους» τους, επιμένοντας σε ένα διχαστικό παραμύθι, αντί να επιδιώκει μια συγκροτημένη πολιτική. Η εκδήλωση της περασμένης Κυριακής ήταν μια χαμένη ευκαιρία να δείξει ο πρωθυπουργός ότι, ενώ είναι κυρίαρχος του πολιτικού του χώρου, έχει κατανοήσει ότι τα προβλήματα που αναγκάζεται να διαχειριστεί ξεπερνούν ένα κόμμα. Αντιθέτως, συνέχισε να επενδύει στην αποδεδειγμένα ζημιογόνα καθήλωση σε ξεπερασμένες νοοτροπίες, όπως η διαμάχη μεταξύ των τάξεων – μεταξύ των «λαϊκών στρωμάτων» που υποτίθεται ότι στηρίζουν τον ΣΥΡΙΖΑ και των «βορείων προαστίων» που εξέλεξαν τον Κυριάκο Μητσοτάκη αρχηγό της Ν.Δ.

Αυτή η κοσμοθεωρία θα ήταν αστεία αν δεν ήταν ολέθρια, θα ήταν ένδειξη απλής ανωριμότητας αν δεν ήταν τόσο κυνική. Επειδή όσο κι αν διατείνεται ότι εκπροσωπεί το νέο, ο κ. Τσίπρας ενδίδει στις πρακτικές των παλιών «συστημικών» κομμάτων. Εκείνα, όμως, πλήρωσαν το τίμημα των αμαρτιών τους, ενώ κάποιοι στον ΣΥΡΙΖΑ πιστεύουν ότι αυτοί θα κριθούν με άλλο μέτρο για όσα κάνουν σήμερα – ή ότι θα σταματήσει ο χρόνος και δεν θα κριθούν καθόλου. Εξ ου οι άγαρμποι διορισμοί συγγενών και φίλων, οι «αποκεφαλισμοί» σε κρατικούς οργανισμούς και, πάνω απ’ όλα, η μακάρια έλλειψη επείγουσας ανάγκης να λυθούν προβλήματα. Η κυβέρνηση έχει την ευθύνη να επιδιώξει λύσεις, να συζητήσει με όλους τους εμπλεκομένους και να καταλήξει σε μια πολιτική που η χώρα μπορεί να αντέξει, να τη συζητήσει με τους ενδιαφερόμενους και να την εφαρμόσει. Στο ζήτημα των «κόκκινων» δανείων, π.χ., να γνωρίζει τι μπορούν να αντέξουν οι πολίτες αλλά και οι τράπεζες – οικονομία χωρίς τράπεζες δεν υπάρχει, ούτε τράπεζες χωρίς πελάτες. Στο ασφαλιστικό, να παρουσιάσει όλες τις παραμέτρους του προβλήματος, το κόστος της αδράνειας, την ανάγκη ουσιαστικής πολιτικής. Σε αυτό το ζήτημα, όπως και στο προσφυγικό, όσο η κυβέρνηση κάνει πως δεν καταλαβαίνει, οι εταίροι μπορούν να ταλανίζουν τη χώρα με τη δική τους αναποφασιστικότητα και να την παρουσιάζουν ως αποδιοπομπαίο τράγο. Η διαρκής προσήλωση σε εμφύλιους καβγάδες αφήνει τη χώρα έρμαιο στην απραξία ή σε επικίνδυνες αποφάσεις – Ελλήνων και ξένων.