ΑΠΟΨΕΙΣ

Εθνικό Θέατρο: τι θα γινόταν αν…

Για την ιστορία με το (πολλαπλώς ατυχές) ανέβασμα και το (άγαρμπο, υπό τον πανικό της γενικής κατακραυγής) κατέβασμα της παράστασης στο Εθνικό Θέατρο έχουν ειπωθεί σχεδόν όλα. Το πρωί της Κυριακής οι καλλιτεχνικοί διευθυντές της Πειραματικής Σκηνής, ο Ανέστης Αζάς και ο Πρόδρομος Τσινικόρης, απηύθυναν κάλεσμα «στον καλλιτεχνικό κόσμο της χώρας σε μια ανοιχτή συζήτηση με θέμα την ελευθερία της τέχνης στη σύγχρονη Ελλάδα». Το ίδιο βράδυ η επίμαχη παράσταση ανέβηκε για τελευταία φορά, εκτάκτως. Και ήταν σαφής η ενόχληση των δύο υπευθύνων της Πειραματικής Σκηνής για το άδοξο τέλος της συγκεκριμένης παραγωγής στην ανακοίνωση της Κυριακής.

Κανείς δεν είναι ευχαριστημένος με τη βίαιη διακοπή μιας παράστασης. Αλλά το ένα λάθος δεν αναιρεί το άλλο, το πρωταρχικό και εξόφθαλμο, που έχει να κάνει με την απόφαση των ιθυνόντων της Πειραματικής Σκηνής της πρώτης κρατικής μας σκηνής να καταστήσουν τις σκέψεις ενός τρομοκράτη μέρος μιας θεωρητικά αμιγούς καλλιτεχνικής πράξης. Γιατί η απόφαση των ανθρώπων του Εθνικού Θεάτρου να αξιοποιήσουν το συγκεκριμένο υλικό έχει κατά βάθος σαφές πολιτικό πρόσημο. Πιθανότατα εν αγνοία τους, αλλά αυτό τους εκθέτει ακόμα περισσότερο.

Θα είχε μεγάλο ενδιαφέρον να παρακολουθούσαμε ένα παρεμφερές σενάριο με διαφορετικούς, αυτή τη φορά, πρωταγωνιστές: πώς θα αντιδρούσαν όσοι εξεγείρονται σήμερα για την υποχώρηση του Εθνικού Θεάτρου και σηκώνουν το δάχτυλο υπέρ της ελευθερίας του λόγου αν αντί για κείμενο του Σάββα Ξηρού είχαν χρησιμοποιηθεί σκέψεις του Γιώργου Ρουπακιά, του ανθρώπου που δικάζεται με την κατηγορία της δολοφονίας του Παύλου Φύσσα; Τι θα γινόταν έξω από το Εθνικό Θέατρο αν σε παράστασή του είχαν παρεισφρήσει «για καλλιτεχνικούς λόγους» ιδέες και στοχασμοί ενός χρυσαυγίτη;

Οι απαντήσεις είναι αυτονόητες. Το έργο δεν θα είχε ανεβεί ποτέ και η οδός Αγίου Κωνσταντίνου (εκεί όπου βρίσκεται η έδρα του Εθνικού) θα φλεγόταν για ημέρες. Επίσης θα είχαν υποβάλει τις παραιτήσεις τους σχεδόν οι πάντες, ύστερα από απαίτηση του υπουργού Πολιτισμού ή του Προέδρου της Δημοκρατίας ή και των δύο. Και όλοι θα το θεωρούσαν απολύτως φυσιολογικό.

Τι συμβαίνει λοιπόν και στην περίπτωση του Σάββα Ξηρού όχι μόνο δεν άνοιξε μύτη (και πολύ καλά έγινε) αλλά τίθεται θέμα σεβασμού της ελεύθερης έκφρασης, ενώ στο αντίθετο σενάριο προεξοφλείται το κάψιμο της μισής Αθήνας;

Στην πραγματικότητα παρακολουθούμε τη μετάδοση της εμφυλιοπολεμικής παθολογίας από γενιά σε γενιά: η κοινωνική συναίνεση που πέτυχαν οι δολοφόνοι της «17 Νοέμβρη» τη δεκαετία του ’80 ακουμπά ακριβώς σε αυτήν την ψυχοπαθολογία: ένα κομμάτι της Αριστεράς διψάει ακόμα για εκδίκηση (με κάθε κόστος), μετράει τα λόγια του ακόμα κι αν πρόκειται για τρομοκράτες που σκοτώνουν και είναι έτοιμο να συμψηφίσει ή να συσχετίσει. Τα «γεγονότα» στο Εθνικό ήταν μια θλιβερή υπενθύμιση για όσα πιστέψαμε πως είχαμε αφήσει για πάντα πίσω μας.