ΑΠΟΨΕΙΣ

Επιλέγουμε γωνία…

Την Κυριακή έγινε κανονικά και σε πανηγυρικό κλίμα η παράσταση στο Εθνικό. Τέλος καλό, όλα καλά; Ναι καλά. Μπορεί το news cycle να ολοκληρώθηκε, αλλά η αντιπαράθεση άφησε τα σημάδια της και ακόμα έναν αστερίσκο στο δημόσιο προφίλ μας. Ημασταν υπέρ ή κατά της παράστασης; Είμαστε υπέρ ή κατά της λογοκρισίας; Με ποιους συνταχθήκαμε;

Ο αέρας στην Ελλάδα είναι πηχτός για όσους δεν παίρνουν θέση στα τεκταινόμενα. Για την ακρίβεια, για όσους έχουν θέση αλλά αυτή δεν είναι άσπρο-μαύρο. Στην προκειμένη περίπτωση, για παράδειγμα, για όσους βρήκαν άκομψη –αν μη τι άλλο– τη χρήση του βιβλίου του Σ.Ξ., αλλά υπερασπίζονται την ελευθερία της έκφρασης και μια τέχνη αχαλίνωτη. Που ενώ συμπάσχουν με τις οικογένειες των θυμάτων της 17Ν, αντιλαμβάνονται ότι στην πράξη οι αντιδρώντες, ή έστω αρκετοί εξ αυτών, ζητούσαν το κατέβασμα της παράστασης, ό,τι κι αν ισχυρίζονται εκ των υστέρων.

Αλλά η διατύπωση αμφιβολίας στη δημόσια σφαίρα είναι σημάδι αδυναμίας. Και απαιτεί και πιο πολλά λόγια, ενώ με ένα «φασίστες» ξεμπερδεύεις, εξασφαλίζοντας ικανοποιητικό αριθμό θυμωμένων likes. Είναι ελληνικό φαινόμενο; Είμαστε καταδικασμένοι να μην μπορούμε να συνεννοηθούμε εάν δεν γίνουμε έξαλλοι; Μικρή θυμάμαι απορούσα με τους φίλους από το εξωτερικό που έμοιαζαν πιο ανεκτικοί στην άλλη άποψη, επιτρέποντας ταυτόχρονα και στον εαυτό τους να αλλάξει γνώμη. Κάποιοι μάλιστα δεν ψήφιζαν σε κάθε εκλογές το ίδιο κόμμα, σοκ! Στα δικά μας τραπέζια ξέραμε ποιος είναι τι, όπως και την ομάδα του και από αυτή τη θέση τσακωνόμασταν για τα πάντα έτσι, οπαδικά. Αυτό που ζούμε σήμερα στα κοινωνικά δίκτυα είναι μια παραλλαγή της ίδιας ατμόσφαιρας. Στο κάπως πιο αδυσώπητο.

Σε ένα βαθμό είναι και η κληρονομιά του δημοψηφίσματος. Οι περισσότεροι θέλουμε να το ξεχάσουμε και η κυβέρνηση επιμένει μέχρι σήμερα στη ρητορική περί γιορτής της δημοκρατίας, όμως ο περασμένος Ιούλιος, με το απόλυτο σχίσμα στην κοινωνία, τις συνεχείς διενέξεις, ακόμα και τις προγραφές, πρωτοφανείς για τη γενιά μας, δεν ήταν στη φαντασία μας, συνέβη, και έχει αφήσει τα κατάλοιπά του. Στα πολλά debate που έχουν ακολουθήσει, έχουμε μπει με την κεκτημένη ταχύτητα εκείνης της πόλωσης.

Γι’ αυτό στη λογική του «ου μπλέξεις», όλο και πιο πολλοί διστάζουν να τοποθετηθούν, επιλέγοντας είτε την πλήρη αποχή είτε τη σύμπλευση μέσω like με τους πιο φανατικούς της μιας ή της άλλης πλευράς. Σε κάθε περίπτωση επιλέγουμε γωνία, κάπου να πιάνουμε τοίχο, αντί να μένουμε εκτεθειμένοι στο κέντρο της αμφιβολίας, της ανάλυσης, της πιο μετριοπαθούς άποψης, όπου δεν ξέρουμε από πού θα μας έρθει. Εχουμε όλες τις πλατφόρμες διαλόγου του κόσμου στα πόδια μας, αλλά αρχίζουμε να αυτολογοκρινόμαστε.