ΑΠΟΨΕΙΣ

Η όπερα της Ελλάδας

«​​Οπου ξαφνικά μου κατεβαίνει να πάω σε κανένα χασάπικο να ζητήσω ένα κομμάτι κρέας. Μπροστά στην πόρτα κάνω πως φωνάζω του σκυλιού μου. Επειτα λέω στον χασάπη. Κάντε μου τη χάρη να μου δώσετε ένα κόκκαλο για το σκύλο μου, δεν είναι ανάγκη να έχει και κρέας· για να έχει κάτι στο στόμα του να μην γκρινιάζει. Μου έδωσε ένα πολύτιμο μικρό κοκκαλάκι που είχε και λίγο κρέας απάνω, το πήρα και το έκρυψα κάτω από το σακκάκι μου. Ευχαρίστησα τον χασάπη τόσο θερμά, που σάστισε. Μπα, τίποτα μου είπε. Μη το λέτε αυτό, μουρμούρισα». Η σκηνή συνεχίζεται. «Χώθηκα σε ένα δρομάκο. Φως πουθενά, ήμουν κρυμμένος σε ένα ευλογημένο σκοτάδι, έβγαλα το κόκκαλό μου κι άρχισα να το γλείφω. Ηταν τελείως άνοστο, έβγανε μια βαριά μυρωδιά από μπαγιάτικο αίμα που μου ’φερνε αναγούλα και ξέρασα στη στιγμή. Φουρκίστηκα, δοκίμασα πάλι, ξέσκισα με τα δόντια μου το κομματάκι και το κατάπια με το ζόρι… Εσφιξα σαν παλαβός τη γροθιά μου και ξέσπασα σε ένα απελπισμένο από την ανημποριά μου κλάμα». Το απόσπασμα –μελό για τα σημερινά δεδομένα– είναι από το βιβλίο «Η πείνα» του Κνουτ Χάμσουν, συναξάρι απανταχού μαρτύρων της απάνθρωπης πενίας, των με απλαστογράφητο διαβατήριο συνωστιζομένων στον αντίθετο πόλο του ευ ζην.

Αθήνα, βιτρίνα της χώρας, 2012. «Σαν να πλήθυναν απότομα οι περιθωριακοί», ήταν η πρώτη, αμυντική σκέψη, ημών των μυώπων, στη θέα ανομοιογενών ανθρώπων, που έψαχναν στα σκουπίδια το χαμένο δικαίωμα στην τροφή. Ακούγαμε και για σχολιαρόπαιδα θεονήστικα –όχι από ανορεξία– αλλά αποδίδαμε, ακόμη ψύχραιμοι, τη «φημολογία» στον συνήθη αντιπολιτευτικό μεγεθυντικό οίστρο. Εως ότου μάθαμε ότι σε ουρές συσσιτίων στοιχίζονταν άνθρωποι σαν και εμάς. Εως ότου, άνθρωποι σαν εμάς, στον δρόμο, ψιθυριστά για να μη διαδώσει ο αέρας τα νέα τους, δεν μας κοιτούσαν στα μάτια: «Δεν είμαι ζητιάνος, αν σας περισσεύει ένα ευρώ». Τότε, το πρωτοβάθμιο μερίδιο αλληλεγγύης και ξόρκι μαζί γέμιζε μικρές σακούλες με αγαθά της κουζίνας και του τραπεζιού μας, δεμένες στους κάδους κάθε γειτονιάς με κόμπο γερό, μη βρωμίσει η προσφορά από την όμορη δυσοσμία. Λιγόστεψαν και αυτές, στην πορεία προς το σήμερα, όσο ο πάτος του βαρελιού υποχωρούσε συνεχώς κάτω από τα πόδια μας.

Θεωρητικώς οξύμωρον. Μια χώρα σε ελεύθερη πτώση παραμένει κατηφορικό αποκούμπι επαιτών της Βαλκανικής. Παντού, στα φανάρια της πρωτεύουσας μια συγχορδία. Μωρομάνες Ρομά, ακούραστες, στο ένα χέρι το παιδί, στο άλλο ποτήρι αδιαφανές για τα κέρματα. Ατομα σκιώδους ηλικίας με βακτηρία που αδυνατεί να στηρίξει πειστικά τη χωλότητά τους. Αλλοι, σιωπηλοί, με χάρτινη ταμπελίτσα επί στήθους κρεμάμενη που γράφει «ΠΕΙΝΑΩ»· ίδιος γραφικός χαρακτήρας σαν από φωτοτυπικό. Κατάκοποι από το δικό μας σούρσιμο κι έμπλεοι συγκινήσεων από οδύνες τρίτων, τους αγνοούμε. Αλλά αυτό το «ΠΕΙΝΑΩ», έστω και στην επαγγελματική εκδοχή του, δεν χωνεύεται.