ΑΠΟΨΕΙΣ

Η συγκατοίκηση της ζωής με τον θάνατο

Τ​​ι οδηγεί έναν άνθρωπο να επιβιώσει μέσα στις πιο άγριες συνθήκες; Αν αυτό ήταν το βασικό ερώτημα το οποίο απασχόλησε τον Μεξικανό σκηνοθέτη Αλεχάντρο Γκονζάλες Ινιαρίτου στην «Επιστροφή», η απάντηση είναι η «εκδίκηση». Η πορεία του Χιου Γκλας, ιχνηλάτη μιας γουνεμπορικής εταιρείας, στα βουνά και στα δάση της αφιλόξενης και επικίνδυνης Αμερικής του 19ου αιώνα, σε αναζήτηση του δολοφόνου του γιου του, είναι, άραγε, μια πορεία από τη ζωή προς τον θάνατο ή αντίστροφα;

Ο Γκλας εγκαταλείπεται σχεδόν νεκρός από τους συνοδοιπόρους του, ύστερα από την επίθεση μιας αρκούδας, ενώ ο «κακός» της ιστορίας σκοτώνει μπροστά στα μάτια του (η όραση είναι σχεδόν η μοναδική από τις αισθήσεις του που δεν έχει πληγεί) τον Ινδιάνο Pawnee γιο του. Ο Γκλας με μεταφυσική σχεδόν δύναμη επιβιώνει. Μόνος, μια κουκκίδα στο χιόνι, τυλιγμένος με μια γούνα ζώου, με τις πληγές να κακοφορμίζουν, θα συρθεί χιλιόμετρα για να συναντήσει τον δολοφόνο. Σε αυτήν την απόλυτα μοναχική και παράλληλα επική διαδρομή, δεν είναι μόνο τα κινηματογραφικά στοιχεία που συνεπαίρνουν: η φωτογραφία του Εμάνουελ Λουμπέσκι, η ερμηνεία του Λεονάρντο ντι Κάπριο (αλλά και του «κακού» Τομ Χάρντι), το βιβλίο του Μάικλ Πανκ πάνω στο οποίο βασίστηκε ο Ινιαρίτου (η ιστορία είναι αληθινή και ο Χιου Γκλας θρύλος), τα τοπία και η φύση που κόβουν την ανάσα.

Είναι και η συγκατοίκηση της ζωής με τον θάνατο. Ο διάλογος με τους νεκρούς (με την Ινδιάνα γυναίκα του που δολοφονήθηκε), η διαρκής «επιστροφή» από τον κόσμο των πνευμάτων στον πραγματικό και αντίστροφα. Ο Γκλας, λίγο πριν από την τελική σύγκρουση, λέει απευθυνόμενος σε έναν Αμερικανό λοχαγό: «Δεν φοβάμαι να πεθάνω πια. Εχω ήδη πεθάνει». Είναι η παράδοση της λατινοαμερικανικής λογοτεχνίας, η συνομιλία με το φαντασιακό, με σκιές και φαντάσματα, που έχει δραστικά επηρεάσει τον Ινιαρίτου;

Σε ένα κλασικό (με την έννοια του σημείου αναφοράς) μυθιστόρημα της μεξικανικής λογοτεχνίας, το «Πέδρο Πάραμο» του Χουάν Ρούλφο, ο κεντρικός ήρωας (ένας γιος που αναζητά τον άγνωστο πατέρα του, τηρώντας την υπόσχεση που έδωσε στην ετοιμοθάνατη μητέρα του), «επιστρέφει» σε ένα χωριό – Αχέροντα. Εναν τόπο δίχως χρόνο. Παρακολουθώντας την ταινία του Ινιαρίτου «ξαναδιάβασα» το βιβλίο, σε μια απροσδόκητη παραλληλία. Ο κινηματογραφικός ήχος –της φύσης κυρίως– είναι σαν μια άλλη εκδοχή της σιωπής. Σε ένα σημείο του βιβλίου, ο γιος περιγράφει το βάθος της σιωπής «λες και η γη είχε αδειάσει από αέρα. Κανένας ήχος· ούτε η ανάσα ούτε ο χτύπος της καρδιάς· σαν να σταμάτησε μέχρι και ο θόρυβος της συνείδησης».

Ετσι και ο Χιου Γκλας. Διασχίζει ένα παγωμένο τοπίο, μακριά από κάθε πολιτισμό, σέρνοντας, στο μεγαλύτερο μέρος της διαδρομής, το ένα πόδι του· εκεί που το μόνο που κυριαρχεί είναι οι «άγριοι», λευκοί και Ινδιάνοι· εκεί που «σταματάει μέχρι και ο θόρυβος της συνείδησης»· εκεί που «ο θεός μπορεί να είναι ένας ζουμερός σκίουρος», αναπάντεχη τροφή ύστερα από χιλιόμετρα βασανιστικής πείνας και στέρησης.

Ο Αλεχάντρο Ινιαρίτου, όπως και ο Χουάν Ρούλφο, αγγίζουν τον βαθύτερο πυρήνα. Εναν τόπο ο οποίος μοιάζει ακατοίκητος αλλά δεν είναι. Μοιάζει αδιαπέραστος, αλλά είναι γεμάτος χαραμάδες. Δεν είναι ένας αλλά πολλοί κόσμοι μαζί, διαφορετικοί πολιτισμοί, που ζουν στις παρυφές της πραγματικότητας. Οι άνθρωποι δεν αναπαύονται γιατί έχουν «χρέη». Στο μυαλό του Χιου Γκλας δεν υπάρχει τίποτα άλλο παρά εκδίκηση. Αυτή ορίζει το σώμα, τη σκέψη, την επιθυμία του. Κι όταν έρχεται η ώρα της εκπλήρωσης, η μάχη, σώμα με σώμα, με την πραγματικότητα είναι συντριπτική: «Ο,τι και να κάνεις δεν θα φέρεις πίσω τον γιο σου», του λέει ο «κακός». Είναι η στιγμή που ραγίζει το σύμπαν, όπως η επιφάνεια μιας παγωμένης λίμνης. Το σημείο χωρίς επιστροφή.