ΑΠΟΨΕΙΣ

Ελεγχος πραγματικότητας

Η ​​εκλογική νίκη του ΣΥΡΙΖΑ τον Ιανουάριο του 2015 και η συγκρότηση αμιγώς «αντιμνημονιακής» κυβέρνησης συνεργασίας με τους ΑΝΕΛ αποσυμπίεσαν το φορτισμένο πολιτικό σκηνικό. Για πρώτη φορά στη διάρκεια της κρίσης ένα σημαντικό κομμάτι της κοινωνίας ένιωσε ότι η οργή του εκπροσωπείται στην εκλεγμένη κυβέρνηση της χώρας. Ως δημοκρατική πράξη κοινωνικής αντιπροσώπευσης και εναλλαγής στην εξουσία, η ανάληψη της διακυβέρνησης από τον κ. Τσίπρα κατάφερε να εκτονώσει το πολιτικό σύστημα. Σε συνδυασμό με δύο σημαντικούς νόμους για την ιθαγένεια των παιδιών των μεταναστών και το σύμφωνο συμβίωσης, αυτά είναι ίσως και τα μοναδικά θετικά κληροδοτήματά της.

Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ ήρθε στην εξουσία με ένα όραμα ελπίδας και σύγκρουσης με τους δανειστές, χωρίς όμως σχέδιο για την οικονομία, χωρίς κατάλληλο προσωπικό και χωρίς αντίληψη της διεθνούς πραγματικότητας: του πώς διαμορφώνονται συμμαχίες και ισορροπίες, του πώς γίνονται οι διαπραγματεύσεις, του πώς λαμβάνονται οι αποφάσεις, των κωδικών επικοινωνίας που έχουν εξελιχθεί εδώ και αιώνες στο διεθνές σύστημα.

Τον τελευταίο χρόνο έχει χυθεί πολύ μελάνι –και δικαίως– για την κριτική ανάλυση εξελίξεων όπως η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων με τους πιστωτές, το κλείσιμο των τραπεζών, το δημοψήφισμα, κ.λπ. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η κυβέρνηση και προσωπικά ο κ. Τσίπρας έκαναν συνειδητές επιλογές. Η τοποθέτηση του κ. Βαρουφάκη ως βασικού διαπραγματευτή ήταν συνειδητή επιλογή, όπως και αυτή του κ. Λαφαζάνη και της κ. Κωνσταντοπούλου. Η επεξεργασία σεναρίων για παράλληλη χρηματοδότηση και νόμισμα ήταν συνειδητή επιλογή. Η προκήρυξη συνταγματικά προβληματικού δημοψηφίσματος επίσης. Η εφαρμογή ελέγχου κεφαλαίων ήταν συνειδητή επιλογή. Η τοποθέτηση προσώπων με συγκεκριμένες διασυνδέσεις σε όλο το φάσμα του κρατικού μηχανισμού επίσης.

Ωστόσο, η ρίζα της ζημιάς που προκάλεσε (και του προβλήματος που τώρα αντιμετωπίζει) ο κ. Τσίπρας δεν βρίσκεται σε μεμονωμένες επιλογές αλλά στη θεμελιώδη αντίληψη που έχει για το τι σημαίνει να κυβερνάς μία χώρα: τι προϋποθέτει και τι συνεπάγεται. Το έτος που πέρασε, η Ελλάδα ήταν σε αυτόματο πιλότο, με τους περισσότερους τομείς και φορείς δημόσιας πολιτικής να έχουν παραλύσει, ενώ η κοινή γνώμη παρακολουθούσε με κομμένη την ανάσα την πορεία μιας τυχοδιωκτικής διαπραγμάτευσης. Προκειμένου να εξασφαλίσει την κυριαρχία στον κρατικό μηχανισμό και στο εσωτερικό, η κυβέρνηση θυσίασε τη διεθνή θέση και το διπλωματικό κεφάλαιο της χώρας.

Η διακυβέρνηση μιας χώρας είναι εξαιρετικά πολύπλοκο οικοσύστημα ατόμων, φορέων, δράσεων, πρωτοβουλιών, αναλύσεων, προγραμματισμού και εξοντωτικής δουλειάς. Δεν απαιτεί μόνο αντίδραση στα γεγονότα – ούτε μόνο προετοιμασία μηχανισμών αντίδρασης σε αυτά. Απαιτεί στρατηγικό σχέδιο για τη δημιουργία των συνθηκών που θα συνδιαμορφώσουν και θα ελέγξουν τα ίδια τα γεγονότα στον μεγαλύτερο δυνατό βαθμό.

Η σχέση δράσης –πράξης ή απραξίας– και αντίδρασης είναι αμείλικτη στην πολιτική. Αυτό είναι κάτι που το έχουμε βιώσει πολλές φορές τα τελευταία χρόνια, τόσο όταν ο κρατικός μηχανισμός ήταν προετοιμασμένος να αντιμετωπίσει δυνητικά φαινόμενα (π.χ., σεισμός του 1999) όσο και όταν ήταν εντελώς απροετοίμαστος (π.χ., πυρκαγιές του 2007 και του 2009). Οπως και το καλοκαίρι του 2015, έτσι και στο προσεχές μέλλον η σύγκρουση με το παγόβουνο της πραγματικότητας δεν είναι αναπόφευκτη συγκεκριμένα λόγω της έλλειψης ρευστότητας ή της απειλής εξόδου από τη Συνθήκη Σένγκεν ή λόγω κάποιας άλλης αφορμής, αλλά λόγω της συνολικότερης άγνοιας των θεμελιωδών νόμων της πολιτικής.

Μία σχολή σκέψης υποστηρίζει ότι ο κ. Τσίπρας έχει ήδη κάνει στροφή προς τον ρεαλισμό μέσα από το τρίτο μνημόνιο. Οτι οι πρωτοβουλίες της κυβέρνησης πρέπει να υποστηριχθούν – είτε επειδή μόνο ο ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να επιτύχει την αναίμακτη εφαρμογή των μέτρων, είτε επειδή έτσι θα φθαρεί και θα πέσει, είτε επειδή «αλλάζει και μαθαίνει». Πέρα από τον κυνισμό και τη μοιρολατρία που συχνά κρύβονται πίσω από τέτοιες απόψεις, το πρόβλημα είναι ότι αντιμετωπίζουν το μνημόνιο ως τελεσίδικο και στατικό «ευαγγέλιο», το οποίο θα λύσει το ελληνικό πρόβλημα. Το μνημόνιο είναι βασική συμβατική μας υποχρέωση και θα πρέπει να πείσουμε πως εφαρμόζουμε ό,τι μπορούμε. Η αλήθεια όμως είναι ότι από μόνο του δεν μπορεί να αποκαταστήσει την ανάκαμψη της οικονομίας και των θεσμών. Η σταδιακή αναπροσαρμογή του μέσα από παραγωγική συνεργασία με τους εταίρους είναι ένα από τα πολλά προαπαιτούμενα για να μπορέσει η χώρα να ξανασταθεί στα πόδια της. Ταυτόχρονα ο κίνδυνος να μετατραπεί η Ελλάδα σε τεράστιο hotspot –σε σταθμό αναχαίτισης προσφυγικών κυμάτων της υπόλοιπης Ευρώπης– είναι απολύτως υπαρκτός. Η πρωθυπουργία δεν είναι πειραματικό εργαστήρι εκμάθησης πολιτικής, και ο διαθέσιμος χρόνος αποφυγής της πραγματικότητας σύντομα τελειώνει.

* Ο κ. Ρ. Γεροδήμος είναι αναπληρωτής καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Bournemouth και ιδρυτής του Τομέα Ελληνικής Πολιτικής της Βρετανικής Εταιρείας Πολιτικών Σπουδών.