ΑΠΟΨΕΙΣ

Η πλειοψηφία και η «μεταρρυθμιστική μειοψηφία»

Ε​​​​ίναι αφύσικο για μια πλειοψηφία να κυβερνά, επειδή μια πλειοψηφία σπάνια μπορεί να είναι οργανωμένη και ενωμένη για κοινή δράση, ενώ μια μειοψηφία μπορεί».

Αυτή η φράση, ειπωμένη από τον φιλόσοφο και συγγραφέα Ζαν-Ζακ Ρουσό, αποτυπώνει σε μεγάλο βαθμό διάφορες πολιτικές, κοινωνικές αλλά και ψυχολογικές διεργασίες που οδηγούν κάποιες μικρές, μαχητικές μειοψηφίες στο να επιβάλλουν τη θέλησή τους και εν τέλει να εξουσιάζουν το κοινωνικό σύνολο. Η κυριαρχία της μειοψηφίας συνοδεύεται από άλλο ένα φαινόμενο: ο μέσος παρατηρητής έχει τη λανθασμένη εντύπωση πως οι επιλογές και οι αποφάσεις παίρνονται από την πλειοψηφία. Με αυτόν τον τρόπο, μια μαχητική μειοψηφία μπορεί να κατακτήσει δυσανάλογα οφέλη, ενώ η σιωπηλή πλειοψηφία ζημιώνεται σταδιακά και με μη εμφανή τρόπο. Από την άλλη πλευρά, αρκεί μια μικρή, ενάρετη ομάδα ατόμων με ευθυγραμμισμένα συμφέροντα, ώστε να παρακινήσει την κοινωνία σε θεμελιώδεις αλλαγές που θα είναι προς όφελος ολόκληρου του κοινωνικού συνόλου.

Πώς όμως η πλειοψηφία υποβαθμίζει τις δικές της ανάγκες και παραχωρεί υπερβολικά δικαιώματα σε πολύ μικρές μερίδες του πληθυσμού; Ενα πολύπλοκο σύστημα δεν μπορεί να χαρακτηριστεί από τις κινήσεις των επιμέρους μελών του, αφού η αλληλεπίδραση μεταξύ των μελών είναι αυτή που καθορίζει το σύνολο. Διάφορα ιστορικά παραδείγματα επιβεβαιώνουν τον κανόνα της μαχητικής μειοψηφίας, π.χ. η άνοδος των περισσότερων θρησκειών έγκειται σε μικρές ομάδες «πιστών» που ήταν διατεθειμένοι να φτάσουν στα άκρα, μη αποδεχόμενοι την παρούσα κατάσταση. Η άνοδος του φονταμενταλιστικού Ισλάμ είναι ένα παράδειγμα, όπου μικρές και φανατισμένες μειοψηφίες ανέτρεψαν τα καθεστώτα από τα οποία καταπιέζονταν (κόμματα Μπάαθ σε Ιράκ και Συρία, Καντάφι στη Λιβύη κ.ά.). Ακόμα ένα παράδειγμα τέτοιας μειοψηφίας θα μπορούσε να είναι και το κίνημα της οικολογίας, που στις αρχές της δεκαετίας του ’90 αριθμούσε λίγους ακτιβιστές (WWF, Greenpeace) και κατάφερε με τη μαχητική του στάση να αλλάξει όχι μόνο τη νομοθεσία αρκετών κρατών αλλά και τις καθημερινές μας συνήθειες.

Είναι όμως κάθε μειοψηφία ικανή να φέρει αλλαγές στο υπόλοιπο κοινωνικό σώμα; Η Ιστορία δείχνει πως κάποιες αναγκαίες συνθήκες πρέπει να ικανοποιούνται. Η γεωγραφική κατανομή παίζει σίγουρα ρόλο. Οταν αυτές οι μειοψηφίες είναι ανάμεικτες με τον υπόλοιπο πληθυσμό, είναι πιο εύκολο να του αλλάξουν τις προτιμήσεις. Εάν η μειοψηφία ζει απομονωμένη σε σχέση με τον υπόλοιπο πληθυσμό, είναι δυσκολότερο να κυριαρχήσει. Επίσης, το άμεσο κόστος της αλλαγής είναι ιδιαίτερα σημαντικό. Εάν η αλλαγή επιφέρει μηδενικό ή ελάχιστο (άμεσο) κόστος, είναι πιο πιθανό η πλειοψηφία να την αποδεχθεί. Για παράδειγμα, ένα άτομο με αλλεργία στους ξηρούς καρπούς δεν θα τους καταναλώσει ποτέ, αλλά ένα άτομο χωρίς τη συγκεκριμένη αλλεργία μπορεί να καταναλώσει προϊόντα χωρίς ίχνη ξηρών καρπών. Επειδή το κόστος παραγωγής προϊόντων χωρίς ίχνη ξηρών καρπών είναι μικρό και επειδή η πλειοψηφία είναι αδιάφορη ως προς την αλλαγή αυτή, τα περισσότερα προϊόντα που περιείχαν ίχνη ξηρών καρπών τώρα κατασκευάζονται σε ξεχωριστές γραμμές παραγωγής, ώστε να μην υπάρχουν ίχνη στο τελικό προϊόν.

Στη πολιτική ζωή της χώρας μας, τέτοιες μαχητικές μειοψηφίες κατάφεραν να αποσπούν ειδικά προνόμια, διαφορετική μεταχείριση και εν τέλει έθεταν την πολιτική ατζέντα για πολλές δεκαετίες. Τα παραδείγματα είναι πολλά: συνδικαλιστές της ΔΕΗ που κατέβαζαν τους διακόπτες, αγρότες που έκλειναν την εθνική οδό, φοιτητές που έκαναν κατάληψη στα πανεπιστήμια, ιερείς που καλούσαν σε ιερό πόλεμο κατά συγγραφέων, γνωστοί-άγνωστοι που κατέστρεφαν το κέντρο της Αθήνας σε κάθε πορεία, κομματικοί στρατοί που βολεύονταν στο Δημόσιο με αργομισθίες. Η σιωπηλή πλειοψηφία δυστυχώς δεν αντέδρασε: έβλεπε καθημερινά αυτές τις ομάδες να αποκτούν προνόμια, συχνά χρησιμοποιώντας τη βία, και αγνόησε πως την ίδια στιγμή αυτές οι ομάδες στην ουσία λήστευαν την αξία και τον πλούτο που η πλειοψηφία παρήγε. Τα αποτελέσματα γνωστά. Ο ιδιωτικός τομέας χτυπήθηκε άγρια και με κάθε τρόπο προκειμένου να μη θυσιαστούν οι «ιερές αγελάδες» του Δημοσίου και της κομματικής εξουσίας.

Με την έλευση της κρίσης του 2010, ο ΣΥΡΙΖΑ, που μέχρι τότε αποτελούσε ένα ελιτίστικο κόμμα της ανανεωτικής Αριστεράς, μετατράπηκε σε συνονθύλευμα ακροαριστερών συνιστωσών με στόχο να συνασπίσει και να συγκεντρώσει όλες τις μαχητικές μειοψηφίες (συνδικαλιστές, κίνημα «Δεν πληρώνω», καθαρίστριες ΥΠΟΙΚ, φαρμακοποιοί κ.ά.). Ορισμένες από τις ομάδες που βρήκαν στον ΣΥΡΙΖΑ νέα πολιτική στέγη συνέχισαν τις ακραίες μεθόδους (επιθέσεις στα social media, καταλήψεις, εμπρησμοί) με έναν και μοναδικό σκοπό: να συνεχίσουν να απολαμβάνουν τα ίδια προνόμια σε βάρος της υπόλοιπης κοινωνίας. Ενσωματώνοντας ο ΣΥΡΙΖΑ τα αιτήματα αυτών των ομάδων κατάφερε να γιγαντωθεί από παλαιομοδίτικο αριστερίστικο κόμμα σε ισχυρό πόλο εξουσίας που θα διεκδικούσε μια «ανατροπή», που στην ουσία δεν ήταν τίποτα άλλο από τη διατήρηση του status quo για αυτές τις ομάδες εις βάρος των υπολοίπων.

Σύντομα οι ψευδαισθήσεις κατέρρευσαν: αυτή τη φορά ο δανεισμός για να συνεχίσουν αυτές οι ομάδες να είναι στο απυρόβλητο δεν είναι εφικτός, ενώ η πλειοψηφία, μέσω της εξοντωτικής φορολογίας, έχει φτάσει στα όριά της. Απέναντι σε αυτούς, μια άλλη μειοψηφία, αυτή που προέρχεται από τις πιο παραγωγικές τάξεις της χώρας, από τους νέους επιστήμονες, από τον καταδιωκόμενο ιδιωτικό τομέα και σε τελική ανάλυση από κάθε λογικό άνθρωπο, πρέπει να βρει πολιτική έκφραση. Ηδη από το προηγούμενο καλοκαίρι, αυτή η μειοψηφία άρχισε να οργανώνεται μέσα από το κίνημα του «Μένουμε Ευρώπη», το οποίο υπήρξε η πρώτη μαχητική κίνηση απέναντι στις παλινωδίες της προηγούμενης κυβέρνησης. Παρότι το ρεύμα που δημιούργησε το «Μένουμε Ευρώπη» δε κατάφερε να γίνει πλειοψηφικό, αυτή η «μεταρρυθμιστική μειοψηφία» κατάφερε να αποκτήσει δυναμική στην ελληνική κοινωνία. Αυτό το ρεύμα ήταν και η πρωταρχική δύναμη πίσω από την εκλογή του Κυριάκου Μητσοτάκη ως προέδρου της Νέας Δημοκρατίας. Ατομα που δεν είχαν σχέση με τον κομματικό μηχανισμό, ακόμα και άτομα προερχόμενα από διαφορετικό ιδεολογικό χώρο, είδαν αυτή τη διαδικασία ως βήμα συσπείρωσης των μεταρρυθμιστικών δυνάμεων, που μπορεί να οδηγήσει σε έναν αξιόπιστο πόλο εξουσίας. Φυσικά αυτές οι προσδοκίες απέναντι στον νέο αρχηγό της Ν.Δ. θα μπορούσαν να διαψευστούν πολύ γρήγορα, αν η νέα ηγεσία δεν κατορθώσει να μεταδώσει το μήνυμα των μεταρρυθμίσεων σε ένα ευρύτερο κοινό, που παρασύρθηκε αρκετές φορές από λαϊκίστικα επιχειρήματα. Το ζήτημα λοιπόν για αυτή τη «μεταρρυθμιστική μειοψηφία» είναι πώς θα μπορέσει από εδώ και πέρα να εκφράσει κοινωνικά αιτήματα, να αποδείξει πως μπορεί να αποτελέσει εναλλακτική πρόταση και –σημαντικότερο όλων– να απευθυνθεί στην πλειοψηφία, αλλάζοντας τις προτιμήσεις της και τον προσανατολισμό της.

* Ο κ. Ιάσων Μανωλόπουλος είναι συνιδρυτής της εταιρείας επενδύσεων Dromeus Capital και συγγραφέας του βιβλίου «Το “επαχθές” χρέος της Ελλάδας».