ΑΠΟΨΕΙΣ

Σπαταλώντας την ελπίδα

Ε​​ίναι δύσκολο να συμβιβαστεί κανείς με την ιδέα ότι οι Ελληνες και η Ελλάδα είναι καταδικασμένοι να αποτυγχάνουν, κάθε τόσο να εξαρτώνται από ξένη βοήθεια, να περιμένουν λύσεις από άλλους. Σε πέντε χρόνια θα γιορτάσουμε τα 200 χρόνια από την έναρξη του αγώνα της ανεξαρτησίας και ακόμη συμπεριφερόμαστε σαν να μην έχουμε ιδρύσει σύγχρονο κράτος. Μία από τις ρίζες της δυστυχίας μας είναι η αμφίσημη σχέση μας με τους θεσμούς και, συνεπώς, μεταξύ μας. Διαθέτουμε αξιόλογους δημοκρατικούς θεσμούς, αλλά δεν τους εμπιστευόμαστε· έτσι, αφενός αυτοσχεδιάζουμε για να επιβιώσουμε, αφετέρου οι υποχρεώσεις των πολιτών προς το κράτος βαραίνουν ολοένα περισσότερο τους νομοταγείς και αυτούς που δεν διαθέτουν το «μέσο» να γλιτώσουν, ενισχύοντας έτσι την αίσθηση αδικίας που υπονομεύει περαιτέρω την αξιοπιστία των θεσμών.

Σημασία δεν έχει πια εάν το ελληνικό κράτος είναι «χύμα» επειδή από την ίδρυσή του βασίζεται στο πελατειακό σύστημα. Σημασία έχει ότι εάν δεν αλλάξει, εάν δεν αποκτήσει σύγχρονες δομές, εάν συνεχίσει η έλλειψη εμπιστοσύνης μεταξύ πολίτη και κράτους, η χώρα δεν θα ανακάμψει ποτέ. Θα πηγαίνουμε από χρεοκοπία σε χρεοκοπία σε όλα τα επίπεδα – στην οικονομία, στην πολιτική, στην κοινωνία, στον πολιτισμό. Οι πολιτικοί υπονόμευσαν την εμπιστοσύνη στους θεσμούς, με ολέθριες επιπτώσεις σε όλη την κοινωνία. Ο πολίτης που πιστεύει ότι το σύστημα εξυπηρετεί κάποιους και όχι το σύνολο αισθάνεται ότι αδικείται όταν τηρεί τις στοιχειώδεις υποχρεώσεις του – όταν πληρώνει φόρους, όταν υπακούει στους νόμους, όταν δεν πετάει σκουπίδια στον δρόμο. Ο δικαστής που αισθάνεται μόνος και απροστάτευτος απέναντι σε ισχυρά συμφέροντα ίσως να μην τολμήσει να επιβάλει τον νόμο όπως θα έκανε σε μιαν άλλη κοινωνία. Τα μέσα ενημέρωσης που βλέπουν ότι οι αποκαλύψεις τους δεν έχουν αποτέλεσμα είτε σωπαίνουν είτε εντάσσονται στο παιχνίδι των υπολοίπων, αναζητώντας τη δική τους θέση στη διαπλοκή μεταξύ χρήματος και πολιτικής εξουσίας. Από το πανεπιστήμιο έως το ποδόσφαιρο, από τη Βουλή έως τη γειτονιά και το χωριό, όλοι αισθάνονται αδικημένοι. Κι έτσι πολλοί δεν διστάζουν να αδικήσουν και αυτοί όταν τους δοθεί η ευκαιρία. Δεν αισθάνονται ότι στερούν κάτι από κάποιον άλλον, αλλά ότι «παίρνουν το αίμα τους πίσω».

Αυτό τον καιρό ζούμε την αποθέωση του αισθήματος του αδικημένου – και τα όριά του. Η οργή που κλιμακώνεται έχει δύο αφορμές: από τη μία είναι αυτοί που πίστεψαν τον ΣΥΡΙΖΑ και περίμεναν ότι η χώρα θα ξεγλιστρούσε εύκολα από τις υποχρεώσεις της και θα επέστρεφε στην εποχή των παχέων αγελάδων, από την άλλη είναι αυτοί που έχουν επωμιστεί το βάρος της βίαιης προσαρμογής στην πραγματικότητα τα τελευταία χρόνια και δεν αντέχουν άλλο. Οι υποσχέσεις του ΣΥΡΙΖΑ έδωσαν ελπίδα (ή, τουλάχιστον, επέτρεψαν σε κάποιους να ελπίζουν) πως οι βαθιές μεταρρυθμίσεις δεν ήταν αναπόφευκτες, με αποτέλεσμα να χαθεί πολύ έδαφος που είχαμε διανύσει έως πέρυσι και να νιώσουμε για δεύτερη φορά την απελπισία του αδιεξόδου.

Φθάσαμε μάλλον στο τέλος των ψευδαισθήσεων. Οσο και αν διαμαρτύρεται κανείς εναντίον των νέων θυσιών, είναι δύσκολο να πιστέψει πλέον ότι υπάρχει πιο εύκολος δρόμος. Η κυβέρνηση παραμένει σε σύγχυση.

Προσπαθεί να συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις των δανειστών χωρίς να χάσει τους ψηφοφόρους της, με αποτέλεσμα να μην προχωρεί η αξιολόγηση που θα ελευθέρωνε χρήματα για να πάρει μπρος η οικονομία.

Επίσης, οι κινήσεις της κυβέρνησης στην παιδεία και ο τρόπος που αλλάζει τους επικεφαλής κρατικών θεσμών δείχνουν ότι, παρότι αυτοσχεδιάζει σε πολλούς τομείς, σε άλλους είναι αποφασισμένη να ελέγξει το κράτος και τους μηχανισμούς του, να επιβάλει τις ιδέες της. Αυτά όλα δεν οδηγούν σε μία πιο αξιόπιστη και αποτελεσματική διοίκηση. Αντιθέτως, αποδεικνύουν μια νέα προσπάθεια κομματικοποίησης κρατικών θεσμών – ό,τι δηλαδή μας οδήγησε στην πτώχευση.

Ενας από τους πολλούς παραδοσιακούς διχασμούς στην Ελλάδα είναι η διαφορά μεταξύ αυτών που ωφελούνται από την κατάσταση και αυτών που προσφέρουν, μεταξύ ασυδοσίας και αυτοθυσίας, δηλαδή. Εάν το κοινωνικό, πολιτικό και οικονομικό πλαίσιο ήταν πιο δίκαιο, εάν όλοι απολάμβαναν τα ίδια δικαιώματα και εκπλήρωναν τις ίδιες υποχρεώσεις, ο δυναμισμός, τα ταλέντο, η έμπνευση του καθενός θα πολλαπλασιαζόταν προς το συλλογικό όφελος. Τώρα το χάος εξουδετερώνει το καλό, γιγαντώνει το κακό, διώχνει τους νέους και την ελπίδα, σπαταλάει τις θυσίες και πνίγει κάθε προσπάθεια να σταθούμε στα πόδια μας.