ΑΠΟΨΕΙΣ

Σκιές και σιωπή

Πριν από λίγες ημέρες, ο Αττικους Φιντς, ο δικηγόρος που αψηφά τον κίνδυνο για να υπερασπιστεί έναν μαύρο κατηγορούμενο στην Αλαμπάμα των φυλετικών διακρίσεων του ’30, στο αριστούργημα της Χάρπερ Λι «Οταν σκοτώνουν τα κοτσύφια» (To Kill a Mockingbird), αναδείχθηκε από τους Βρετανούς ως ο πιο συναρπαστικός (inspiring) ήρωας της λογοτεχνίας. Οταν πρόσφατα είδα για ακόμη μία φορά την κινηματογραφική μεταφορά του βιβλίου με τον Γκρέγκορι Πεκ και τη μνημειώδη εννιάλεπτη τελική του αγόρευση στο κατάμεστο δικαστήριο όπου οι μαύροι παρακολουθούν υποχρεωτικά από τον εξώστη, με έπιασε ο γνώριμος κόμπος στον λαιμό. Τι έχουν περάσει αυτοί οι άνθρωποι, πώς είναι να ζεις μια ζωή εξευτελισμών, τι θα συνέβαινε εάν ξαφνικά κάποιος τοποθετούσε εμάς, τους έτοιμους να αρπαχτούμε με το παραμικρό, σε παρόμοιους εξώστες;

Πριν από λίγες ημέρες οι Ελληνες αυτοπροταθήκαμε για Νομπέλ Ειρήνης. Για την ακρίβεια, σχεδόν το απαιτήσαμε, αγνοώντας μεταξύ άλλων τους κανονισμούς του νέου κυπέλλου που επιθυμούμε να σηκώσουμε, όπως ότι δεν επιτρέπεται σε απλούς πολίτες να προτείνουν υποψηφίους. «Με τις πράξεις τους έπνιξαν τον φόβο και τον ρατσισμό σε ένα κύμα αλληλεγγύης και απέδειξαν ότι σε στιγμές κρίσης στεκόμαστε ως μία ενωμένη ανθρωπότητα», γράφει το κείμενο του ψηφίσματος για την απονομή του βραβείου στους «Ηρωες του Αιγαίου» που διαδόθηκε και υπογράφηκε με μαζικότητα.

Καθ’ όλη τη διάρκεια της προσφυγικής κρίσης τα νησιά ξεβράζουν εναλλάξ καλές και κακές ειδήσεις, ωστόσο εμείς αποφασίσαμε να δούμε το ποτήρι μισογεμάτο. Τους ανθρώπους της Αγκαλιάς που υπερέβαλαν εαυτούς για να φροντίσουν τους θαλασσοπνιγμένους πληθυσμούς και όχι τα πλιάτσικα στις βάρκες. Την κυρία Αιμιλία Καμβύση και όχι τα 50 ευρώ την κούρσα, τα 5 ευρώ το νερό ή τα 15 τη φόρτιση του κινητού. Στην έξαψη της επίσημης υποψηφιότητάς μας, δεν βλέπουμε ούτε τις σημερινές διαμαρτυρίες των νησιωτών στη δημιουργία hotspots.

Είναι σαν να διατρανώνουμε «οι Ελληνες δεν είμαστε ρατσιστές» για να πείσουμε περισσότερο εμάς τους ίδιους. Να καταγραφεί και με τη βούλα, να τελειώνουμε με αυτή την ιστορία μια για πάντα. Από τις αρχές της δεκαετίας του ’90 και τα πρώτα κύματα οικονομικών μεταναστών από την Αλβανία, μας τρώει η αγωνία μήπως τελικά είμαστε κι εμείς ξενοφοβικός λαός, μήπως δεν διαφέρουμε από αυτά που βλέπουμε στις ταινίες.

Σε μια αναπάντεχη τροπή των γεγονότων, στο σίκουελ των «Κοτσυφιών», με τίτλο «Βάλε ένα φύλακα», που κυκλοφόρησε πέρυσι, ο άλλοτε αγέρωχος Αττικους Φιντς, ηλικιωμένος πια, εμφανίζεται εγγεγραμμένος στη ρατσιστική Ενωση Πολιτών, φοβισμένος από τις βαθιές τομές που βλέπει να έρχονται. Η ανθρωπιά του, που είχε αγγίξει τα όρια του μύθου, εξαντλούνταν τελικά στα όρια του νόμου, στην πρώτη στιβάδα δέρματος. Ωραία αγορεύουμε, με άλλα λόγια, αλλά τα αποδεικτικά στοιχεία δεν επαρκούν.