ΑΠΟΨΕΙΣ

Κωνσταντίνος Δεσποτόπουλος

Τον Ιούνιο του 2010 είχα την τιμή να περάσω ένα δίωρο με τον ακαδημαϊκό Κωνσταντίνο Δεσποτόπουλο, ο οποίος πέθανε την Κυριακή, πλήρης ημερών, μάχιμος ώς το τέλος. Εκείνη η συνάντηση έγινε συνέντευξη στη στήλη «Γεύμα με την Κ» – μονάχα που δεν φάγαμε τίποτα. Αντιγράφω: «Λόγω του καύσωνα, αποφύγαμε τις μετακινήσεις, οπότε παραμείναμε στο γραφείο του κ. Δεσποτόπουλου, στην Ακαδημία Αθηνών, όπου προσφέρθηκε καφές και το ευλογημένο παγωμένο νερό».

Θυμάμαι ακόμα την εξοντωτική ζέστη εκείνης της ημέρας, γεγονός όμως που ελάχιστα πτόησε τον Κων. Δεσποτόπουλο. Η συνάντηση είχε γίνει ελάχιστους μήνες μετά το Καστελλόριζο· ήταν η αρχή της κρίσης, επί πρωθυπουργίας Γιώργου Παπανδρέου.

Διατρέξαμε τον βίο του – για την ακρίβεια, ο Κων. Δεσποτόπουλος αφέθηκε σε μια γλαφυρή αφήγηση ζωής που στιγμές στιγμές έμοιαζε με μυθιστόρημα:

•«Επί της δικτατορίας Μεταξά, μου έλεγαν, πέρνα από την ΕΟΝ να μας πεις μια καλημέρα και την επομένη θα έχεις διοριστεί καθηγητής. Δεν το έκανα ποτέ μου. Αργότερα, το 1946, είχε παρακαλέσει τον πατέρα του Λεωνίδα Κύρκου να μιλήσει στον Ζαχαριάδη, να του πει ότι κι από τις δυο πλευρές παιδιά του λαού είναι, θα σκοτωθούν, δεν έχει νόημα αυτό που πάει να κάνει. Τα ίδια έλεγα και στην άλλη πλευρά, διότι μιλούσα με όλους. Δεν εισακούστηκα. (…) Επικρατούσε τότε μια εμπάθεια εξοντωτική από τα κακά στοιχεία όλων των παρατάξεων. Μια κρίση ηθική της κοινωνίας. Από την άλλη, σήμερα, φοβούμαι να το πω, οι πολιτικοί δεν έχουν το σθένος που είχαν οι παλαιοί, την αυτοπεποίθηση, τη βαρύτατη συνείδηση ευθύνης. Ο Γιώργος Παπανδρέου αγωνίζεται βέβαια, είναι πολύ πιο δραστήριος από τον προκάτοχό του, αλλά δεν έχει την επιβολή του πατέρα του και τη μεγαλοπρέπεια του παππού του, με τον οποίο με συνδέει το εξής γεγονός: ο Γεώργιος Παπανδρέου και ο αδελφός του Νικόλαος είχαν καταταγεί εθελοντές να πολεμήσουν στους Βαλκανικούς Πολέμους. Ο Νικόλαος τραυματίστηκε θανάσιμα στη μάχη του Κιλκίς και ξεψύχησε στα χέρια του θείου μου, του αδελφού του πατέρα μου, ο οποίος είχε έρθει να πολεμήσει από τη Σμύρνη, όπως και άλλοι δύο αδελφοί του πατέρα μου».

•Μετά την Κατοχή, ο Κων. Δεσποτόπουλος κατηγορήθηκε για «αντεθνικό» έργο. Του ζητήθηκε να απολογηθεί, αρνήθηκε και συνελήφθη. «Μας πήγανε με καύσωνα στην Ψυττάλεια. Ενας αστυνομικός μου είπε “εκεί που σας πάνε δεν έχει νερό, πιείτε τώρα αν θέλετε”. Δέχθηκα, υπό έναν όρο: να πιούνε και οι υπόλοιποι που ήταν μαζί μου». Μετά την επιστράτευση της κλάσης του λόγω του εμφυλίου πολέμου, το 1947, στέλνεται στη Μακρόνησο, όπου και παραμένει επί τρία χρόνια. «Το 1950 απελευθερώθηκα βάσει ενός εγγράφου που υπέγραψαν δέκα βουλευτές (Καρτάλης, Γεώργιος Μαύρος, Κωνσταντίνος Μητσοτάκης κ.ά.), χωρίς να υπογράψω δήλωση».

•Στις αρχές της δεκαετίας του ’60, ο Κων. Δεσποτόπουλος δίνει διαλέξεις περί κατάργησης της ποινής του θανάτου, του όρκου και περί αλλαγής του επωνύμου: η γυναίκα να μην υποχρεώνεται να φέρει το επώνυμο του συζύγου της. «Τότε, ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης δέχθηκε να παρουσιάσει μια αναφορά μου στη Βουλή. Η θανατική ποινή δεν καταργήθηκε, αλλά στην πράξη έπαψε. Αργότερα, στα χρόνια της μεταπολίτευσης, την κατήργησε ο Μαγκάκης ως υπουργός Δικαιοσύνης. Είχε την εντιμότητα, όταν τον συνεχάρησαν οι δημοσιογράφοι, να πει, μην ευχαριστείτε εμένα, τον Δεσποτόπουλο να ευχαριστείτε που όργωσε το έδαφος πριν από μένα».

* «Ξέρετε, η Δημοκρατία έχει το ελάττωμα να μην μπορεί να διακρίνει πάντα τους καλούς από τους κακούς. Παραμένει όμως το λιγότερο κακό πολίτευμα, όπως είχε πει ο Πλάτωνας, πολύ πριν απ’ τον Τσώρτσιλ, διότι οι αλλαγές γίνονται ομαλά, χωρίς βία. Μέγα προσόν αυτό».