ΑΠΟΨΕΙΣ

Το τέχνασμα της «στοχοποίησης»

Μας αρέσει – δεν μας αρέσει, η ράθυμη μηχανή παραγωγής νέων λέξεων με δεύτερο συνθετικό το «ποιώ» ή την (ανέμπνευστη εν προκειμένω) «ποίηση», το ρήμα «στοχοποιώ» και το ουσιαστικό «στοχοποίηση» έχουν ήδη λεξικογραφηθεί. Πότε ακριβώς είχαμε τα γεννητούρια τους, πιθανότατα σε κάποια από τις φάσεις της ποικιλόμορφης πασοκικής ηγεμονίας, ίσως το μάθουμε αν κάποιος γραμματικός με την υπομονή του Στέφανου Κουμανούδη αποπειραθεί να συντάξει τη δική του «Συναγωγή νέων λέξεων». Η συμπερίληψή τους πάντως στα λήμματα ενός λεξικού, και συγκεκριμένα του «Χρηστικού Λεξικού της Νεοελληνικής Γλώσσας» της Ακαδημίας Αθηνών, είναι απόλυτα εύλογη. Εκτός των άλλων, είναι μια επιπρόσθετη μαρτυρία όχι μόνο για την ηλικία των λέξεων αλλά και για την ευρεία πλέον χρήση τους.

Κατά το Λεξικό λοιπόν, «στοχοποίηση» είναι «η μεθοδευμένη σειρά ενεργειών, σύμφωνα με την οποία κάποιος ή κάτι γίνεται στόχος συνήθ. κατηγοριών ή επικρίσεων». Μπορεί και να πέφτω έξω, αίσθησή μου ωστόσο είναι ότι το ερμήνευμα αφήνει κάπως ακάλυπτη την ηθική διάσταση με την οποία επιβαρύνουν τον όρο «στοχοποίηση» όσοι καταγγέλλουν τους στοχοποιητές τους, στοχοποιώντας τους με τη σειρά τους. Πονηρά φερόμενοι δηλαδή, δεν θεωρούν απλώς «μεθοδευμένες» τις εναντίον τους επικρίσεις αλλά και ανήθικες, ύπουλες, δόλιες. Ετσι, μετατοπίζοντας εντέχνως τη συζήτηση, πιστεύουν πως είναι αυτονόητο ότι, σαν «στοχοποιημένοι» από «κακοήθεις», όχι μόνο δεν οφείλουν να απολογηθούν συγκεκριμένα για οτιδήποτε συγκεκριμένο τούς καταλογίζεται αλλά είναι εκ προοιμίου αθώοι. Αυταπόδεικτα. Αθώοι για τα σημερινά, αλλά και, αναδρομικώς και προληπτικώς, για τα παρελθόντα και τα μέλλοντα. Και για τα πάντα βεβαίως.

Την ακούμε και πάλι λοιπόν τη «στοχοποίηση» τούτες τις μέρες, και στους συνήθεις υψωμένους τόνους της ηθικής (ή ηθικολογικής) έξαψης. «Μας στοχοποιείτε» οι μεν. «Μας στοχοποιήσατε» οι δε. Και οι μεν και οι δε ένα απαιτούν: να βγουν έξω από το κάδρο της κριτικής. Να κρίνουν αυτοί, κι όσο σφοδρά το επιθυμούν, ακόμα και με ανακρίβειες ή κατάφωρα ψέματα, αλλά οι ίδιοι να μην κρίνονται· για τίποτε και από κανέναν. Να απαλλαγούν από την υποχρέωση του «λόγον διδόναι», συστατική της δημοκρατίας πάντως.

Ας εξειδικεύσει κι ας προσωποποιήσει ο καθένας τούς δύο συνδέσμους, «μεν» και «δε», κατά την προτίμησή του. Εγώ, ως δημοσιογράφος, δεν μπορώ παρά να σκέφτομαι το σινάφι μου, τη δημοσιογραφία. Που ώρες ώρες, και με την παραπειστική επίκληση της «στοχοποίησής» της, αξιώνει να μένει ανέλεγκτη η δική της εξουσία, τουλάχιστον όταν την ασκούν οι «επώνυμοί» της, και όπως κι αν την ασκούν. Αλλά στις δημοκρατίες δεν υπάρχει λόγος δίχως αντίλογο και κρίση δίχως αντίκρουση. Και σίγουρα στα συνωμοσιολογικά σενάρια, στα οποία εθιμικά καταφεύγουν οι κυβερνήσεις, δεν απαντάς κραυγάζοντας «βοήθεια, με στοχοποιούν», αλλά ενισχύοντας τα επιχειρήματά σου.