ΑΠΟΨΕΙΣ

Η «Σχολή της Τιμιοτέρας»

Ο​​ταν μιλάμε και γράφουμε για την ελληνική γλώσσα, αρχαία και νέα, για το πώς τη διδάσκουμε και πώς θα γίνει ελκυστικότερη και αποδοτικότερη η διδασκαλία της, ξανασκεφτόμαστε το πώς εννοούμε την ελληνικότητα και πώς τη ζούμε. Ποια αναγνωρίζουμε ως θεμελιώδη γνωρίσματά της, ποιες ιδεοληπτικές ή καταχρηστικές αξιοποιήσεις του όρου απορρίπτουμε, σε ποιες καπηλικές παραχαράξεις της ελληνικότητας εναντιωνόμαστε. Θα λέγαμε ψέματα, αν επιμέναμε πως είναι μη πολιτική και μη ιδεολογική η προσέγγιση του καθενός μας στο γλωσσικό – που φαίνεται ότι δεν θα πάψει να επανεμφανίζεται με τη μια ή την άλλη μορφή, λιγότερο ή περισσότερο οξύ. Μας κληροδότησε τόσο βαρύ φορτίο η μακρότατη προϊστορία του, ώστε ακόμα και το αν θα γράψουμε «ορθοπεδικός» ή «ορθοπαιδικός», «τσιρότο» ή «τσηρώτο» κ.λπ. μπορεί να μας χωρίσει σε «προοδευτικούς» ή «συντηρητικούς», «ασεβείς καταστροφείς» ή «σεβαστικούς κληρονόμους», «τριανταφυλλιδικούς» ή «μπαμπινιωτικούς», ασήμαντους «ελληνώνυμους» ή «γνήσιους Ελληνες», «κατσαπλιάδες» ή «γραβατωμένους», για να μνημονεύσω δύο τρέχοντες χαρακτηρισμούς.

Δεν υπάρχει ασφαλέστερο πεδίο για την άσκηση εθνολαϊκισμού από τη γλώσσα. Και αυτό επειδή προσφέρεται για την προβολή των πιο επίμονων δογμάτων μιας σχολής σκέψης θα της έδινα τον τίτλο «Η Τιμιοτέρα». Θεράποντες και πιστοί της δεν είναι όσοι δοξάζουν «την τιμιοτέραν των χερουβίμ», αλλά όσοι έχουν κάνει θούριό τους ένα δίστιχο του Καβάφη, παρερμηνεύοντάς το. Το πασίγνωστο: «Υπήρξεν έτι το άριστον εκείνο, Ελληνικός – / ιδιότητα δεν έχ’ η ανθρωπότης τιμιοτέραν».

Παραγνωρίζοντας το περιβάλλον, μέσα στο οποίο εννοηματώνονται οι στίχοι αυτοί, στο ποίημα «Επιτύμβιον Αντιόχου, βασιλέως Κομμαγηνής», του 1923, εξυψώνουν τα λόγια του Αλεξανδρινού σε νόμο της Ιστορίας. Αν διάβαζαν προσεκτικότερα το ποίημα, θα διαπίστωναν ίσως ότι δεν είναι μόνο ένας ή δύο οι τρόποι με τους οποίους ο ποιητής, θιασώτης του «ελληνισμού του κράματος», μετριάζει την απολυτότητα του αφορισμού. Τους θυμίζω, όπως τους κατέγραφα στην «Κ της Κυριακής», 14.2.2010:

«Πρώτον, το επιτύμβιο είναι ουσιαστικά παραγγελία εκ μέρους της “περίλυπης” αδελφής του βασιλέως, και μάλιστα αμέσως μετά την κηδεία, άρα ούτε η ιδιότητά της ούτε η περίσταση επέτρεπαν τίποτε άλλο εκτός από τον υπέρμετρο έπαινο. Δεύτερον, την παραγγελία αυτή αναλαμβάνει να την εκτελέσει όχι κάποιος ποιητής, αλλά ο σοφιστής Καλλίστρατος, ο οποίος, “από τον οίκον τον βασιλικόν / ασμένως κ’ επανειλημμένως φιλοξενηθείς”, δεν θα μπορούσε παρά να εκδιπλώσει όλη την ικανότητά του στην κολακεία», μήπως και ξεχρεώσει. Τρίτον, «το επιτύμβιο γράφεται “τη υποδείξει Σύρων αυλικών”, αμφισβητούμενης ευθυκρισίας υποθέτω», έτσι όπως έκαμπτε την όποια φιλαλήθειά τους η καλοζωισμένη εξάρτησή τους από τον θρόνο.

Δεν είναι αδιάφορο, τέλος, το γεγονός ότι ο Καβάφης υμνεί σαν επιτομή του «ελληνικού» έναν φανταστικό βασιλιά, μη υπάρξαντα, και πιθανότατα αδύνατον να υπάρξει, έτσι «προνοητικός, δίκαιος, σοφός, γενναίος», όπως εικονογραφείται. Ο Αντίοχος Α’ (περ. 69-31 π.Χ.), με τον οποίο ταυτίζουν ορισμένοι τον βασιλιά του επιτυμβίου, δύσκολα θα μπορούσε να αποτελέσει πρότυπο για τον αυστηρό Καβάφη, αλλά και για κάθε άλλον. Μπορεί να προσαγορευόταν (από τους αυλικούς του) Θεός, Δίκαιος, Επιφανής, αλλά και Φιλέλλην, βασίλευσε όμως κατά παραχώρηση των Ρωμαίων (του Λούκουλλου και του Πομπήιου, διαδοχικά). Και διαβάλλοντας το περίφημο ελληνικό μέτρο, ίδρυσε μνημείο της αφεντιάς του με το άγαλμά του ισότιμο δίπλα στα αγάλματα των θεών.

Μολαταύτα, το καβαφικό δίστιχο δεν θα πάψει να είναι το επίσημο έμβλημα της «Σχολής της Τιμιοτέρας», οι διδάχοι της οποίας βρίσκουν στη γλώσσα προνομιακή περιοχή για να προβάλουν τις βασικές αντιλήψεις τους. Πρώτον, την αντίληψη της αδιάσπαστης συνέχειας, δίχως κανένα πρόβλημα, καμία απώλεια, καμία διαφοροποίηση στους αιώνες ή πρόσμειξη. Δεύτερον, την αντίληψη της υπεροχής, ή μάλλον της μοναδικότητας, μια και η ελληνική γλώσσα (η αρχαία εννοείται, η νέα είναι φτωχαδάκι) παρασταίνεται σαν ανώτερη όλων, η μόνη που ενισχύει τη λογική και την ηγετικότητά μας, η μόνη την οποία δέχονται σαν νοηματική αλλά και «μη οριακή» τα πιο εξελιγμένα κομπιούτερ, η μόνη με μαθηματική δομή, η μόνη που αντιγράφει τη φύση, στην ετυμολογία και στη γραφή της κ.λπ. Τρίτον, την αντίληψη της διαρκούς οφειλής της οικουμένης στους Ελληνες, οι οποίοι, εκτός των πάμπολλων άλλων, πρόσφεραν αμέτρητες λέξεις σε αμέτρητες γλώσσες του κόσμου. Θυμίζω εδώ ότι τον Νοέμβριο του 2011 η Γερμανίδα ιστορικός Λεονόρα Ζέελινγκ, ενοχλημένη από το «Φόκους» και την «Μπιλντ» και προφανώς σαρκάζοντας, πρότεινε να καταβάλλει κάθε Ευρωπαίος πέντε σεντς για κάθε ελληνική λέξη που χρησιμοποιεί. Οι εξόφθαλμες τεχνικές δυσκολίες έπεισαν τους εδώ «ελληνόψυχους» να μην επιμείνουν στη διεκδίκηση.

Διαλέγει μέτωπο, λοιπόν, κανείς. Θέλει δεν θέλει. Του το διαλέγουν οι απόψεις του, που μόνο, όμως, αν στηρίζονται σε γνώσεις και όχι σε μυθεύματα μπορούν να λειτουργήσουν παιδαγωγικά. Εντούτοις, κάθε άλλο παρά βέβαιο είναι ότι όλοι όσοι εκφέρουν δημόσια τη γνώμη τους για τη γλώσσα έχουν συζητήσει το θέμα και με κάποιον άλλον πλην του εν κατόπτρω εαυτού τους. Αρκετοί αρκούνται στην αυθεντία τους και στην αέναη αναπαραγωγή των ίδιων πάντα μυθευμάτων και ψευδών, παρότι η γλωσσολογία τα έχει καταρρίψει προ πολλού. Και παρότι, αν έμπαιναν στον κόπο να ψάξουν στις πηγές, έστω στο Ιντερνετ, θα πληροφορούνταν, με λύπη τους, πως όσα συνεχίζουν να διαδίδουν, για το πώς ψηφίστηκε το μονοτονικό λ.χ. ή για το σατανικό (αν και ανύπαρκτο) «οργανωμένο σχέδιο εξόντωσης της γραμματικής μας και κατάργησης των φωνηέντων μας», είναι σκέτες τρολιές.

Εντούτοις, όσοι μοιρολογούν ότι δεν διδάσκονται πια τα αρχαία, για να μη χάσουν το δικαίωμα του κλαυθμυρίσματος, δεν θα σκεφτούν ποτέ ότι οφείλουν να δουν το ωρολόγιο πρόγραμμα. Οσοι αδιαφορούν για τα πορίσματα της γλωσσολογικής επιστήμης θα συνεχίσουν να κηρύσσουν πως η εκμάθηση των αρχαίων θεραπεύει τη δυσλεξία και την αριστεροχειρία (μήπως και την αριστεροψυχία;), στέλνοντας έτσι μαθητές στα ευαγή ιδρύματα που έχουν συσταθεί από την «αρχαιόφιλη» ιδιωτική πρωτοβουλία με τον σκοπό αυτό· τον σκοπό του εμπορίου δηλαδή.

Η συνέχεια την άλλη Κυριακή.

* Ομιλία σε διημερίδα, με θέμα «Μελετώντας και διδάσκοντας την αρχαία γλώσσα και σκέψη στο σύγχρονο σχολείο», που διοργάνωσαν το περ. «Νέα Παιδεία» και τα Εκπαιδευτήρια Αυγουλέα – Λιναρδάτου (Περιστέρι, 6-7.2.2016).