ΑΠΟΨΕΙΣ

Τι χρειάζεται τελικά αυτός ο τόπος;

Ο ​​Κωνσταντίνος Δεσποτόπουλος και ο Εμμανουήλ Κριαράς, δύο κορυφαίες πνευματικές προσωπικότητες, έφυγαν από τη ζωή υπεραιωνόβιοι με απόσταση περίπου δύο χρόνων. Ο πρώτος πριν από μία εβδομάδα σε ηλικία 103 ετών και ο δεύτερος τον Αύγουστο του 2014, έχοντας συμπληρώσει τα 108 χρόνια. Δεν γνωρίζω αν τους συνέδεαν κοινές αναζητήσεις ή διαδρομές ή αν είχαν οιανδήποτε επικοινωνία. Και οι δύο υπήρξαν σπουδαίοι Ελληνες, εργατικοί και εναργείς έως το τέλος, ευρυμαθείς και πεπαιδευμένοι, ποτέ σε παρελθόντα χρόνο, χωρίς να επιζητούν δημόσια έκθεση και προβολή.

Καθώς οι εποχές μόνο τον στοχασμό δεν ευνοούν, έτσι όπως πολλαπλασιάζονται τα γεγονότα, οι φόβοι και οι αγωνίες, η καταφυγή στη σκέψη του Κ. Δεσποτόπουλου και του Εμμ. Κριαρά, δημιουργεί έναν θύλακο προστασίας. Σαν ένα σιωπηλό κούρνιασμα μέσα στον θόρυβο και στην οχλοβοή. Θα μπορούσε να είναι και ένας φανταστικός διάλογος ανάμεσα στους δυο τους ή, για την ακρίβεια, δύο παράλληλοι μονόλογοι, για την εξουσία και την κοινωνία.

Πρώτος, ο Κ. Δεσποτόπουλος, μιλά για τους «Ηγέτες» (με αφορμή την παρουσίαση της ομότιτλης σειράς από την «Καθημερινή», τον Οκτώβριο του 2014):

«Απαιτεί ο Πλάτων να είναι ο πολιτικός ηγέτης προικισμένος από τη φύση του με τα εξής χαρίσματα: “μνήμων, ευμαθής, μεγαλοπρεπής, εύχαρις, φίλος τε και συγγενής αληθείας, δικαιοσύνης, ανδρείας, σωφροσύνης”, αλλά και τονίζει ότι εκτός από τον έξοχο αυτό φυσικό σε χαρίσματα προικισμό χρειάζεται και παιδεία εξαίρετη και πολύχρονη στα μαθηματικά πρώτα και στη φιλοσοφία ύστερα, όπου και δοκιμάζονται οι πνευματικές του ικανότητες· μάλιστα επί πλέον χρειάζεται και πρακτική εμπειρία, προς αποκτητέα με συμμετοχή στην άσκηση της πολιτικής εξουσίας βοηθητικά, υπό την καθοδήγηση των πρεσβυτέρων του ήδη πολιτικών ηγετών, όπου επίσης και δοκιμάζεται ως προς τις πρακτικές του ικανότητες.

Εξάλλου, επιζητεί ο Πλάτων από τον πολιτικό ηγέτη να έχει τη συναίσθηση, ότι αποτελεί εκπλήρωση αναγκαίου καθήκοντος η άσκηση της πολιτικής εξουσίας, χάριν της “πόλεως” και όχι τυχόν ικανοποίηση προσωπικής απλώς φιλοδοξίας· και προ πάντων θεσπίζει να είναι η άσκηση της πολιτικής εξουσίας όχι ατομική, αλλά συλλογική, και να μετέχουν εκ περιτροπής σ’ αυτήν οι άξιοι πολιτικοί ηγέτες. Και αυτό, γιατί πιστεύει ότι “ουδεμία φύσις ανθρωπεία ικανή τα ανθρώπεια διακυβερνώσα αυτοκράτωρ πάντα μη ουχ υβρέως τε και υπερηφανίας εμπλήσθαι”».

Δεύτερος, παίρνει τον λόγο ο Εμμανουήλ Κριαράς (από συνεντεύξεις του στην «Κ», το 2009 και το 2012):

«Σήμερα περισσότερο από ποτέ η χώρα χρειάζεται μεταρρυθμίσεις, διότι το σύστημα, το οποίο διαβιώσαμε τα τελευταία χρόνια μάς οδήγησε στον πάτο, σε πτώχευση κάθε κοινωνικής και πνευματικής δραστηριότητας. Ιδιαίτερα στο εκπαιδευτικό και το πολιτικό πεδίο. Αναγκαίο πάνω απ’ όλα είναι να αλλάξουμε νοοτροπία. Οχι μόνο στην πολιτική και τα κόμματα, αλλά σε ατομικό επίπεδο, γιατί όλοι μαζί έχουμε συμβάλει στη δημιουργία αυτού του νεοελληνικού αδιεξόδου. Τι χρειάζεται πάνω απ’ όλα αυτός ο τόπος; Σωφροσύνη και νηφαλιότητα. Λιγότερο εγωισμό και υπερβάσεις. Εντιμους πολιτικούς για να μας διοικήσουν κι αλλαγή νοοτροπίας του Νεοέλληνα. Δεν είναι εύκολο, διότι όλοι ζητήσαμε το συμφεροντάκι μας, είτε ως άτομα είτε ως ομάδες είτε ως κράτος είτε ως προμηθευτές του κράτους είτε ως μεσάζοντες. Η θεραπεία είναι μία: μπορεί ο καθένας μας, να ξεπεράσει τον εαυτό του;».

Από την απάντηση στο ερώτημα του Εμμ. Κριαρά εξαρτάται, εν μέρει, η επιβίωση της χώρας, ίσως και η επόμενη μέρα της, η εδραίωση ενός επόμενου βήματος. Οπωσδήποτε κανείς από τους δύο δεν προτείνει λύσεις. Αντιλαμβάνονται όμως το πρόβλημα και προτείνουν διαδρομές. Δύσβατες, είναι η αλήθεια, γιατί προϋποθέτουν επαφή με τον εαυτό· του καθενός και τον συλλογικό.