ΑΠΟΨΕΙΣ

Μια άλλη τηλεόραση

Οι δύο νέες ενημερωτικές εκπομπές του ΣΚΑΪ, οι «Ιστορίες» και η «Ελλάδα στον καθρέφτη», θύμισαν πως μια άλλη ειδησεογραφία είναι εφικτή και στην Ελλάδα. Στέκομαι στο πνεύμα που πρεσβεύουν, η κάθε μία με τον δικό της τρόπο: της ανάλυσης και της νηφάλιας ενημέρωσης (στην περίπτωση των «Ιστοριών» να προσθέσουμε και αυτό της ατόφιας αφήγησης χωρίς βαρίδια και περιττά στολίδια), και βέβαια της μη αντιπαράθεσης, της παντελούς απουσίας σύγκρουσης, των κραυγών και των ύβρεων.

Από την έλευση της ιδιωτικής τηλεόρασης κι έπειτα, τα λεγόμενα «τοκ σόου» που είχαμε μάθει και με τη δημόσια τηλεόραση της δεκαετίας του ’80, εξελίχθηκαν ή μάλλον μεταλλάχθηκαν. Οι όποιες έντονες διαφωνίες μεταξύ πολιτικών αντιπάλων απέκτησαν σιγά σιγά κάτι το τοξικό, ενώ καθιερώθηκαν και τα «τηλεπαράθυρα» στις αδικαιολόγητα σχοινοτενείς βραδινές ειδήσεις, και η τοξικότητα αυτή, με το πέρασμα του χρόνου, εκτοξεύθηκε στα ύψη. Λογικό: από νωρίς φάνηκε πως το «τηλεξεκατίνιασμα» φέρνει νούμερα· από ένα σημείο και μετά, λοιπόν, έγινε αυτοσκοπός: τα πρόσωπα που θα επιλεγούν, οι πιο οξύθυμοι και ευέξαπτοι, οι πιο «λαϊκοί», οι εκρηκτικοί συνδυασμοί αντιπάλων απέκτησαν τον χαρακτήρα ειδικής αποστολής για τα κανάλια – τα οποία πολλοί απαξιώνουν και υβρίζουν αλλά παρακολουθούν με θρησκευτική ευλάβεια.

Η ειρωνεία είναι πως η εξέλιξη/μετάλλαξη των «τοκ σόου» και η εμφάνιση των «τηλεπαραθύρων» υποτίθεται πως θα συντελούσε στην ανάπτυξη του διαλόγου. Οπως όλοι ξέρουμε, όμως, δεν τίθεται ζήτημα διαλόγου αλλά οχλαγωγίας, ή απλώς μια κουραστική παράθεση μονολόγων άκρως προβλέψιμων στη σκέψη και τον δημόσιο λόγο πολιτικών προσώπων.

Είναι πολύ γνωστά όλα αυτά και τα έχουν αναλύσει ειδικοί του τηλεοπτικού φαινομένου. Οταν όμως έρχεσαι σε επαφή (έστω και τόσο αργά τη νύχτα) με εκπομπές όπως αυτές που προαναφέραμε, ή όπως ο «Ορίζοντας» του Σωτήρη Δανέζη στο Mega, θυμάσαι πως αυτός ο ίδιος λαός που δείχνει να διψάει για «αίμα στην αρένα» θα μπορούσε να έχει διαπαιδαγωγηθεί (και ψυχαγωγηθεί) αλλιώς. Μία από τις κατάρες της αντιπολίτευσης είναι αυτή η πολυετής επένδυση της μικρής οθόνης στη δημόσια, άκρως τοξική αντιπαράθεση και, εν τέλει, στη διασπορά ψευδών πληροφοριών και, το χειρότερο, μίσους.