ΑΠΟΨΕΙΣ

Τα τελευταία τους

Π​​ολλοί το έχουν πει σε ύφος υψηλό. Για την περίπτωση της κυβέρνησής μας, όμως, ταιριάζει περισσότερο η αμεσότητα της γλώσσας του θηριώδους Μάικ Τάισον: «ο καθένας έχει ένα σχέδιο μέχρι που τρώει την πρώτη στη μούρη». Υπάρχουν επιφανειακές διαφορές, όπως ότι η κυβέρνηση Συριζανέλ δεν είχε ποτέ σχέδιο, ούτε πριν ούτε μετά τη στροφή του περυσινού Ιουλίου. Δεν παύει όμως να είναι το ίδιο επί της ουσίας: η πραγματικότητα και οι όροι της υπερισχύουν κάθε σχεδίου – όταν μάλιστα δεν έχεις καν σχέδιο, σου επιβάλλονται απολύτως.

Τα τελευταία χρόνια που η Ελλάδα έχει διεθνώς αποδυναμωθεί από την κρίση και στο εσωτερικό της επικρατεί γενικώς η πολιτική αστάθεια, ακούω συχνά, από ανθρώπους των οποίων εκτιμώ τη σοφία, το εξής: «ας ελπίσουμε να μην κάνει τίποτε η Τουρκία». Ο κίνδυνος να μπλεχτούν και τα ελληνοτουρκικά στη δίνη της γενικής κατάρρευσής μας ήταν η μόνιμη επωδός των αναλύσεων που άκουγα από τους παλιούς και τους έμπειρους. Και να που γίνεται τώρα από μόνο του, χωρίς την κακόβουλη μεθόδευση κανενός. Το φέρνουν οι εξελίξεις, με την (κατά τα άλλα, ορθή και επιβεβλημένη) ανάμειξη του ΝΑΤΟ στη φύλαξη των θαλάσσιων ελληνοτουρκικών συνόρων. Αυτό που φέρνει το μεταναστευτικό, σε συνδυασμό πάντα με την πρωτοφανή διοικητική ανικανότητα της κυβέρνησης, είναι ό,τι θα έλεγαν στην ξύλινη, επίσημη γλώσσα «επιτάχυνση των εξελίξεων»· στην πραγματικότητα, μιλούμε για τα σημάδια της κατάρρευσης – κατάρρευσης της χώρας, μαζί και της κυβέρνησής της.

Το μεταναστευτικό είναι το δεύτερο «χτύπημα στη μούρη», για να παραπέμψω στη γλώσσα του προαναφερθέντος τέρατος, που δέχεται η κυβέρνηση· και έχω την εντύπωση ότι είναι αυτό στο οποίο δεν μπορεί να  αντεπεξέλθει. Το πρώτο ήταν το τελεσίγραφο της Ευρώπης για τη συμμετοχή μας στο ευρώ και, παρά την αναστροφή και τη συμμόρφωσή της, επέζησε. Τώρα όμως είναι πολύ διαφορετικό. Εδώ οι δυνάμεις είναι μεγαλύτερες, είναι «ιστορικές» θα έλεγα και απειλούν κάτι μεγαλύτερο από εμάς, την Ευρώπη. Εμείς περνούμε σε δεύτερη μοίρα ή παρακάτω.

Αν κάπου βλέπουμε καθαρά την κατάρρευση του κράτους είναι σε αυτό το ιδιόρρυθμο slapstick, που κατ’ ευφημισμόν λέγεται «κυβερνητική πολιτική στο μεταναστευτικό»: καβγάδες για τις θέσεις των hotspots λίγες ημέρες πριν από τη λήξη της προθεσμίας για τη λειτουργία τους, καθυστερημένη εμπλοκή του (απροετοίμαστου) Στρατού, τελεσίγραφο από την Ευρώπη για την εφαρμογή της απόφασης του 2011 από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, βάσει της οποίας υποχρεωνόμαστε να δεχόμαστε πίσω όσους μπήκαν στην Ευρώπη μέσω Ελλάδος και, τέλος, ευθείες δηλώσεις αρμοδίων κυβερνητικών που μας προετοιμάζουν ότι θα βρεθούμε με κάποιες (απροσδιόριστες) δεκάδες χιλιάδες μετανάστες αποκλεισμένους εδώ. Ξανά, δηλαδή, βρισκόμαστε με το ένα πόδι εκτός Ευρώπης, μόνο που αυτή τη φορά είναι το άλλο μας πόδι: η ελευθερία κίνησης.

Από αυτό το χτύπημα η κυβέρνηση δεν θα ανακάμψει, πολύ περισσότερο δε αν έχει υπάρξει κάποια υπόγεια συμφωνία του τύπου «μετανάστες για ελαφρύνσεις στο οικονομικό» και γίνει γνωστό. Η δεύτερη φορά Αριστερά έχει συνειδητοποιήσει πια την ήττα της και τώρα δουλεύει –ούτως ειπείν, με τον δικό της ασυντόνιστο, σπασμωδικό, απερίσκεπτο τρόπο– για την περίοδο μετά την πτώση της. Σε αυτή την προσπάθεια εντάσσεται και έτσι εξηγείται η άτσαλη παρέμβαση της κυβέρνησης στην τηλεοπτική αγορά. Δεν είναι ανόητοι να νομίζουν ότι, στην εποχή μας και με τις τεχνολογικές δυνατότητες που ο καπιταλισμός έχει ανοίξει στις μάζες, μπορεί να υπάρξει έλεγχος της ενημέρωσης. Θα μπορούσε μόνον υπό συνθήκες Βορείου Κορέας, συνθήκες οι οποίες ιστορικά είναι μοναδικές και δεν επαναλαμβάνονται. Το ξέρουν αυτό και δεν τους ενδιαφέρει αν καταπέσει η νομοθετική ρύθμιση στην Ευρώπη.

Ο σκοπός της συγκεκριμένης παρέμβασης είναι μάλλον να συσπειρώσουν με αυτή έναν κόσμο, ο οποίος γοητεύεται πολιτικά από τον πόλεμο κατά της διαπλοκής και εξιδανικεύει γενικώς τον αγώνα, ακόμη και αν είναι άκαρπος. Η Αριστερά ποτέ δεν φοβήθηκε να χρησιμοποιήσει τον αυταρχισμό, αντιθέτως μάλιστα πιστεύει στην αποτελεσματικότητά του – αρκεί μια απλή ματιά στα καθεστώτα που συγκεντρώνουν τη στήριξή της. Επίσης, ιστορικά, είναι αντίθετη με τις ευρείες συναινέσεις, που παίρνουν χρόνο και είναι ο μόνος τρόπος για να προχωρούν οι ανοικτές, οι δημοκρατικές κοινωνίες. Εξαιτίας της ιδιομορφίας μας, υπάρχει στη χώρα μεγάλο κοινό που σαγηνεύεται από τον αυταρχισμό. Το «πού ’σαι, ρε Πούτιν!» τέμνει οριζοντίως το πολιτικό φάσμα κατά το μεγαλύτερο μέρος της έκτασής του. Η κυβέρνηση κοιτάζει ήδη την επόμενη μέρα.

Βέβαια, τι θα μεσολαβήσει ώσπου να φθάσουμε σε αυτή, είναι άλλη υπόθεση. Δεν τους απασχολεί και πολύ, έχουν αφεθεί στη ροή των γεγονότων…

Ιδέα

Ακουγα από το ραδιόφωνο τη γλαφυρότατη περιγραφή της επίθεσης ομάδας Κρητών αγροτών στην είσοδο του υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και των καταστροφών που προκάλεσαν και σκεπτόμουν ό,τι θα σκεπτόσασταν και εσείς. Οχι περισσότερο από πέντε λεπτά αργότερα, από το ίδιο ραδιόφωνο, να σου τον ο ατιμασμένος, αλλά πάντα ακατάβλητος, «κύριος καθηγητής» να δικαιολογεί τα έκτροπα με γλοιώδη επιχειρήματα του τύπου: «ήταν μια συμβολική παρουσία εκεί» ή ότι τους άκουσε και κατάλαβε ότι το έλεγαν «πηγαία» να αποκαλούν το υπουργείο που κατέστρεφαν «το υπουργείο μας». Αντί να φρίξω ή να γελάσω με τα όσα άκουγα, μου ήλθε μια ενδιαφέρουσα ιδέα. Μετατάξεις στους λεγόμενους πανεπιστημιακούς, ο κόσμος των οποίων νοσεί, όπως το παραδέχεται πια και αυτή η κυβέρνηση στα τελευταία της. Συγκεκριμένα, ο περί ου ο λόγος κύριος είναι επίκουρος κάπου στο λεγόμενο Πολιτικό Τμήμα του Καποδιστριακού. Γιατί να μην πάει στο Τμήμα Θεατρολογίας – το λέω στα κουτουρού, αλλά με την πεποίθηση ότι οπωσδήποτε θα υπάρχει. Αν υπάρχει έδρα Κωμωδίας ή, ακόμη καλύτερα, Θεάτρου Σκιών και τον έβαζαν εκεί, θα ήταν στο στοιχείο του και επιπλέον ίσως να ήταν και χρήσιμος! Γιατί όχι;