ΑΠΟΨΕΙΣ

Ολοι εναντίον όλων

Μ​​εταξύ των αποκαλύψεων της εποχής της μεγάλης αφύπνισης είναι ο βαθμός αλληλεξάρτησης των ατόμων και ομάδων στην κοινωνία και πόσο στρεβλή ήταν η αντίληψή μας επ’ αυτού τα προηγούμενα χρόνια.

Τώρα που το «κράτος» αδυνατεί να δίνει σε όλους όσα θέλουν χωρίς να νοιάζεται κανείς για τον λογαριασμό, γνωρίζουμε πώς ό,τι κερδίζει μία ομάδα θα χαθεί από μια άλλη, είτε σήμερα είτε στο μέλλον. Η διαμάχη δεν είναι μόνο μεταξύ ομάδων –όπως όταν οι αγρότες εμποδίζουν την εισαγωγή πρώτων υλών και εξαγωγές βιομηχανικών προϊόντων, ή όταν απεργία ναυτικών οδηγεί στην καταστροφή αγροτικών προϊόντων– αλλά και μεταξύ γενεών των ίδιων ομάδων και του συνόλου.

Οι σημερινές κινητοποιήσεις είναι σημαδιακές. Οχι μόνο επειδή αποδέκτης της λαϊκής δυσαρέσκειας είναι η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, ενός κόμματος που πάντα εκπροσωπούσε και ενθάρρυνε την τάση κάθε ομάδας να αποσπάσει όσα κέρδη μπορούσε, αλλά επειδή όλοι γνωρίζουμε πλέον ότι χωρίς μεταρρύθμιση του ασφαλιστικού συστήματος δεν θα κλείσει η αξιολόγηση των δανειστών. Οσο και αν πάσχει το σχέδιο μεταρρύθμισης, τόσο επείγει να λάβει η χώρα την επόμενη δόση του δανείου για να αρχίσει κάτι να κινείται στην οικονομία, να μπει φρένο στην κατάρρευση. Η βαθύτερη σημασία των κινητοποιήσεων, όμως, θα φανεί από τις εξελίξεις: ή θα καταλάβουμε όλοι –ομάδες, κυβέρνηση και αντιπολιτευόμενα κόμματα– ότι απαιτείται νέο μοντέλο συνεννόησης μεταξύ όλων ή θα συνεχίσουμε στην αντιπαλότητα που ζημιώνει τους πάντες.

Τα χρόνια της ευμάρειας έκρυβαν και το γεγονός ότι κάποια μέρα θα πληρώναμε τον λογαριασμό, αλλά και τις τεράστιες αδικίες στην κοινωνία μας. Ενδεικτικό είναι ότι μελέτη του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ) το 2014 αποκάλυψε ότι το 2010, στην Ελλάδα οικογένειες που ανήκαν στο φτωχότερο 30% του πληθυσμού εισέπρατταν 34% λιγότερα χρήματα από τις λεγόμενες «κοινωνικές μεταφορές» από το κράτος, απ’ ό,τι η μέση οικογένεια, ενώ το πλουσιότερο 30% απολάμβανε 32% περισσότερα χρήματα από τη μέση οικογένεια. Τα χρόνια της κρίσης είχαν αποτέλεσμα τη μεγάλη μείωση δαπανών για κοινωνική προστασία και υγεία, την ώρα που ολοένα περισσότεροι άνθρωποι έχουν ανάγκη από στήριξη.

Το ασφαλιστικό σύστημα, αντί να επιβάλει την ισότητα και το δίκαιο, βασίστηκε σε μεγάλο βαθμό στην αδικία. Σε όλα τα επίπεδα – από τις διαφορές μεταξύ ασφαλισμένων σε «ευγενή ταμεία» και αυτών του ΙΚΑ έως το γεγονός ότι οι εργαζόμενοι που πληρώνουν για τις συντάξεις άλλων σήμερα θα δουλέψουν περισσότερα χρόνια για μικρότερες συντάξεις. «Ο πόλεμος των γενεών είναι ήδη σε εξέλιξη», επισήμανε ο Τάσος Γιαννίτσης σε πρόσφατη ομιλία του. «Εχουν ηττηθεί οι νεότερες γενεές, η κοινωνική προστασία, η ανάπτυξη, η απασχόληση, η χώρα η ίδια και οι προοπτικές της». Σημείωσε ότι «τα αθροιστικά ελλείμματα και οι συνολικές δημόσιες δαπάνες για το ασφαλιστικό αντιπροσώπευαν 71 δισ. ευρώ ή το 83% των αθροιστικών δημοσιονομικών ελλειμμάτων της περιόδου 2006-2009 (γύρω στα 80 δισ. ευρώ) που οδήγησαν στη μεγάλη κρίση της χώρας».

Από την αρχή της κρίσης, όμως, πυλώνας της πολιτικής είναι η αύξηση φόρων και εισφορών που επιβαρύνουν εργαζομένους και εταιρείες. Ενώ όλοι έχουν υποστεί μειώσεις στα εισοδήματά τους –συμπεριλαμβανομένων των συνταξιούχων– όλοι πληρώνουν περισσότερα. Η κρίση οδήγησε πολλούς στην ανεργία ή στην πρόωρη σύνταξη. Και κάθε εργαζόμενος αισθάνεται τον κίνδυνο της ανεργίας κάθε μέρα.

Με ένα στα δύο νοικοκυριά να βασίζεται σε σύνταξη, όσο κι αν αδικείται η νέα γενιά από την παλαιότερη, η παλαιότερη στηρίζει πολλούς νέους σήμερα. Η μόνη διέξοδος είναι να αναπτυχθεί η οικονομία, να ανοίξουν δουλειές, να παραχθεί χρήμα για εισφορές, φόρους και κατανάλωση. Οσο κολλάμε στην αξιολόγηση, αυτό δεν μπορεί να ξεκινήσει.

Η έλλειψη πολιτικής ηγεσίας που μπορεί να πείσει ότι ξέρει τι πρέπει να κάνει κρατά όλες τις ομάδες σε μια κατάσταση καχυποψίας μεταξύ τους. Ολοι αισθάνονται αδικημένοι, ότι μόνο αυτοί πληρώνουν το κόστος της κρίσης: δημόσιοι υπάλληλοι, ιδιωτικοί υπάλληλοι και ελεύθεροι επαγγελματίες· αγρότες και βιοτέχνες/βιομήχανοι· συνταξιούχοι, εργαζόμενοι και άνεργοι. Ολοι εναντίον όλων. Οι διαχωριστικές γραμμές δεν είναι ούτε ιδεολογικές ούτε ταξικές. Η «κόκκινη γραμμή» που πρέπει να προστατευθεί είναι μεταξύ ελπίδας και απελπισίας. Εκεί πατάμε σήμερα.