ΑΠΟΨΕΙΣ

Το Σκοπιανό στη σκιά του προσφυγικού

Η καλή συνεργασία της ΠΓΔΜ με τους ευρωπαϊκούς θεσμούς στο προσφυγικό βελτιώνει την εικόνα της γειτονικής χώρας στις Βρυξέλλες και σε άλλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, την ώρα που εκκρεμεί το αίτημά της για έναρξη διαπραγματεύσεων για ένταξη. Ανάλογο κλίμα διαμορφώνεται και στους κόλπους του ΝΑΤΟ, όπου επίσης προσδοκά να ενταχθεί η ΠΓΔΜ.

Οι κινήσεις των Σκοπίων φέρνουν στη μνήμη την άμεση ανταπόκριση των Σκοπίων στην πρόσκληση του Τζορτζ Μπους για συμμετοχή στις στρατιωτικές επιχειρήσεις στο Ιράκ και το Αφγανιστάν στις αρχές της περασμένης δεκαετίας Θυμάμαι τότε Αμερικανούς αξιωματούχους να επισημαίνουν δηκτικά ότι ενώ ένα «μικρό αδύναμο κράτος» που δεν ήταν (και δεν είναι) καν μέλος του ΝΑΤΟ συστρατεύεται στο πλευρό μας έστω και συμβολικά, «εσείς είστε αντίθετοι σε όλα». Δεν είχαν ακριβώς έτσι τα πράγματα, γιατί η Ελλάδα συμμετείχε στο Αφγανιστάν, αλλά κάθε φορά που το θέμα της ονομασίας ερχόταν στο προσκήνιο, άκουγες αυτού του είδους την ενόχληση αν όχι δυσφορία. Λίγα χρόνια μετά, τον Νοέμβριο του 2004, οι ΗΠΑ αναγνώρισαν την ΠΓΔΜ ως «Μακεδονία» και αργότερα, στη σύνοδο κορυφής του Βουκουρεστίου, πίεσαν για να την εντάξουν στη Συμμαχία.

Τώρα, σε ένα άλλο μείζον διεθνές ζήτημα, οι Ευρωπαίοι βρίσκουν ευήκοα ώτα στα Σκόπια και στέλνουν δικές τους δυνάμεις στα σύνορα της ΠΓΔΜ με την Ελλάδα. Μπορεί η Μέρκελ, ο Γιούνκερ και άλλοι να εξακολουθούν να στηρίζουν δημόσια την Ελλάδα τασσόμενοι κατά του κλεισίματος των συνόρων, αλλά η ζυγαριά έχει αρχίσει να γέρνει επικίνδυνα. Το σκηνικό δεν είναι ευχάριστο, και δεν υπάρχουν πολλοί λόγοι να αισιοδοξούμε για το άμεσο μέλλον.

Με δεδομένο το περιβάλλον που διαμορφώνεται, η ΠΓΔΜ θα έχει τη στήριξη πολλών στην επόμενη σύνοδο κορυφής του ΝΑΤΟ που διεξάγεται τον Ιούλιο και μάλιστα στην Πολωνία. Στη σύνοδο του 2008 είχαν ασκηθεί αφόρητες πιέσεις στην Ελλάδα. Ωστόσο, η αξιοποίηση συγκριτικών πλεονεκτημάτων αλλά και ισχυρών συμμαχιών, προσωπικών και διακρατικών, οδήγησαν τότε στη θετική για την Ελλάδα ομόφωνη απόφαση του ΝΑΤΟ. Η χώρα μας δεν έθεσε βέτο, αλλά σχημάτισε ένα πλαίσιο ισορροπιών στους κόλπους της Συμμαχίας, με τον Σαρκοζί να πρωταγωνιστεί, όπως συμβαίνει και σήμερα με τον Ολάντ στο θέμα της οικονομίας, υπέρ της Ελλάδας. Τότε το δίδυμο Καραμανλή – Μπακογιάννη αξιοποίησε επαφές και οικοδόμησε ισχυρές συμμαχίες. Ελπίζει κανείς ότι κάτι ανάλογο θα καταφέρουν και οι κ. Τσίπρας και Κοτζιάς. Το βέβαιο είναι πως θα ασκηθεί μεγάλη πίεση σε μια πολιτικά και οικονομικά αδύναμη Ελλάδα που θα εξαρτάται από το ΝΑΤΟ στο Αιγαίο, και από την Ε.Ε. οικονομικά, να συναινέσει σε κάποια «ενδιάμεση φόρμουλα» που θα προβλέπει έναρξη ενταξιακών με το προσωρινό όνομα, αφήνοντας να κριθούν όλα στην πορεία, εξέλιξη που εκ των πραγμάτων θα περιορίσει τις «αποτρεπτικές» δυνατότητες της ελληνικής πλευράς.

Το 1992-1993 μπορούσαμε να έχουμε κλείσει το Σκοπιανό, αλλά τότε κάποιοι στον βωμό μαξιμαλιστικών και, όπως απεδείχθη στην πορεία, εθνικά επιζήμιων θέσεων, θυσίασαν την ευκαιρία για μια πολύ καλύτερη λύση. Κάποιοι που έβλεπαν μπροστά και ήταν έτοιμοι να συμβιβαστούν όταν ακόμη βρισκόμασταν σε θέση ισχύος, κατηγορούντο περίπου ως μειοδότες.

Αλλά αυτά έγιναν τότε. Τώρα είμαστε στο σήμερα. Η διαφορά μας με την ΠΓΔΜ θα αντιμετωπισθεί το επόμενο διάστημα μέσα από ένα σύνθετο πρίσμα που διογκώνει τα δεδομένα, δυστυχώς εις βάρος μας. Η αναγκαία προϋπόθεση και βάση για τους λεπτούς διπλωματικούς χειρισμούς που θα χρειασθούν είναι η ταχεία υλοποίηση των δεσμεύσεων που αναλαμβάνουμε, η απόλυτη συνεργασία στην αντιμετώπιση της ροής των προσφύγων, και η προσήλωση, όχι διαφοροποίηση από στόχους και προτεραιότητες της Ε.Ε και του ΝΑΤΟ.