ΑΠΟΨΕΙΣ

Πολιτικές σε λάθος ερωτήματα

Οταν οι ηγεσίες των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων και των οργάνων της Ε.Ε. δεν ασχολούνται με το ζήτημα των προσφύγων, βρίσκουν χρόνο για να επεξεργαστούν ιδέες και προτάσεις, κυρίως θεσμικού χαρακτήρα, για την ενίσχυση της πολιτικής και οικονομικής διακυβέρνησης της Ε.Ε. Οι οικονομολόγοι της παρέας, όπως ο Μάριο Ντράγκι, ασχολούνται, όμως, κυρίως με τα ζητήματα της ανταγωνιστικότητας και της παραγωγικότητας της ευρωπαϊκής οικονομίας. Δεν είναι τυχαίο ότι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα καθώς και ερευνητικά ινστιτούτα εργάζονται αυτή την περίοδο πάνω στη βασική κατεύθυνση που έδωσε πρόσφατα ο πρόεδρος της ΕΚΤ ως προς την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας, λέγοντας ότι η ευρωπαϊκή οικονομία (και οι εθνικές φυσικά) μπορεί να είναι ανταγωνιστική, όταν οι θεσμικές και οι μακροοικονομικές συνθήκες επιτρέπουν σε παραγωγικές επιχειρήσεις να ανθήσουν και μέσα από τη δική τους ανάπτυξη να ενισχύσουν την απασχόληση και τις επενδύσεις. Επομένως, το πλαίσιο που τίθεται σε ευρωπαϊκό επίπεδο θέτει ως προαπαιτούμενο την ύπαρξη σταθερών και ισχυρών θεσμών καθώς και υγιών μακροοικονομικών δεικτών, προκειμένου να υποστηριχθούν πολιτικές απασχόλησης και ανάπτυξης μέσα από τη διαμόρφωση μιας ανταγωνιστικής οικονομίας.

Οι προτάσεις που αποτελούν προϊόν συζητήσεων και επεξεργασίας αφορούν παρεμβάσεις στη θεσμική και πολιτική λειτουργία της Ε.Ε. και της Ευρωζώνης (Υπουργείο Οικονομικών, Κοινοβούλιο Ευρωζώνης, κ.ά.), διεύρυνση του πεδίου αρμοδιότητος ευρωπαϊκών μηχανισμών που γεννήθηκαν από την ανάγκη και την εμπειρία της κρίσης και ενίσχυσης των κοινών ενωσιακών πολιτικών. Ενδεικτικά αναφέρω ένα κρίσιμο ζήτημα και για τη χώρα μας, που αφορά την εξέλιξη των μισθών. Η συζήτηση σε πανευρωπαϊκό επίπεδο είναι έντονη για την αναγκαιότητα δημιουργίας και εθνικών οργανισμών που θα διασφαλίζουν ότι η εξέλιξη των μισθών θα είναι σύστοιχη με την παραγωγικότητα και την ανταγωνιστικότητα μιας οικονομίας. Με αυτό τον τρόπο μπορεί να εξασφαλισθεί μεγαλύτερη μισθολογική ομοιογένεια μεταξύ των χωρών-μελών, τουλάχιστον ως προς τη μεθοδολογία και τον τρόπο προσδιορισμού, μειώνοντας έτσι την πιθανότητα οδυνηρών προσαρμογών, όπως έγινε στην περίπτωση της Ελλάδας.

Το πνεύμα που επικρατεί στην Ε.Ε. και διαπερνά σχεδόν το σύνολο των σχετικών δημόσιων πολιτικών είναι απλό και κατανοητό. Τι οικονομία θέλουμε για την Ε.Ε. προκειμένου να υπηρετηθούν οι βασικές ιδρυτικές αρχές της Ενωσης και το κοινό όραμα; Αφού προσδιοριστούν τα βασικά χαρακτηριστικά της, τότε προσαρμόζονται οι επιμέρους πολιτικές για την ανάπτυξη, τις επενδύσεις, την ανταγωνιστικότητα, το ασφαλιστικό σύστημα σε αυτήν. Δημιουργούνται και εκσυγχρονίζονται θεσμικές δομές, ενώ παράλληλα καταβάλλεται προσπάθεια να εξασφαλιστεί κοινή δημοσιονομική ισορροπία για να μπορέσουν οι επιχειρήσεις να αναπτυχθούν σε ένα ανταγωνιστικό περιβάλλον, δημιουργώντας μέρισμα απασχόλησης, ανάπτυξης και επένδυσης για το σύνολο της κοινωνίας.

Ολα τα παραπάνω, όμως, αποκαλύπτουν και ίσως αιτιολογούν τη μερική αποτυχία των προγραμμάτων οικονομικής προσαρμογής στη χώρα από το ξέσπασμα της κρίσης. Στη χώρα μας η συζήτηση που γίνεται, φαίνεται, ότι είναι ανάστροφη: Συνήθως τα προβλήματα/ερωτήματα τίθενται ως εξής: «Πώς θα προσαρμόσουμε την οικονομία μας για να μπορέσουμε να ανταποκριθούμε στο ασφαλιστικό σύστημα που έχουμε ή θα έχουμε στο μέλλον και να πληρωθούν οι συντάξεις, δηλαδή πώς θα αφαιρέσουμε πόρους από την οικονομία για να υπηρετηθεί το ασφαλιστικό σύστημα;», παρά το «πώς θα μπορέσει ένα αναπτυξιακό ασφαλιστικό σύστημα να γεννήσει πόρους για την οικονομία;». Αντίστοιχη είναι και η συζήτηση για τους μισθούς και τις εργασιακές σχέσεις. Προσαρμόζουμε την οικονομία μας για να υπηρετηθούν ειδικότεροι στόχοι, αντί να προσαρμόσουμε αυτούς σε μια συνολικότερη πολιτική για την εθνική μας οικονομία στο πλαίσιο και των ευρωπαϊκών τάσεων και κατευθύνσεων, ενώ παράλληλα φαίνεται ότι κάποιοι προσπαθούν πολύ να υπονομεύσουν τη λειτουργία των θεσμών, τη μακροοικονομική εξυγίανση και να δημιουργήσουν ένα περιβάλλον λιγότερο ελκυστικό για τις επιχειρήσεις. Ολα αυτά, όμως, καμία σχέση δεν έχουν με την ευρωπαϊκή πραγματικότητα.

Το προοίμιο του δεύτερου μνημονίου (2012) ξεκινούσε με την ανάγκη ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας. Αντίστοιχα, το μεγαλύτερο μέρος της εισαγωγής του τρίτου μνημονίου (2015) και ολόκληρο το κεφάλαιο 4 αναφέρονται στις απαραίτητες για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και της ανάπτυξης διαρθρωτικές πολιτικές. Οι προθέσεις είναι συνήθως καλές αλλά το πρόβλημα παραμένει. Η μηχανική της προσέγγισης και επίλυσης των πραγματικών προβλημάτων είναι αδύναμη και πολλές φορές αποδεικνύεται αναποτελεσματική. Προτάσεις υπάρχουν. Ας αρχίσουμε να σκεφτόμαστε διαφορετικά.

*Ο κ. Θανάσης Κοντογεώργης είναι νομικός, απόφοιτος της Σχολής Δημόσιας Πολιτικής «Κένεντι» του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ.