ΑΠΟΨΕΙΣ

Δεν υπάρχει κίνδυνος για την ταυτότητά μας

Υ​​περβολές στα όρια της υστερίας λέγονταν και θα λέγονται πάντοτε. Ο επιπόλαιος λαϊκισμός κάποιων πολιτικάντηδων και το κυνήγι για πρόσκαιρο και γρήγορο κέρδος από ένα μεγάλο μέρος των ΜΜΕ επιτείνουν το πρόβλημα. Η παρατεταμένη κρίση, η κοινωνική πόλωση και αναταραχή φέρνουν στην επιφάνεια φελλούς που, σε άλλη περίπτωση, δεν θα επέπλεαν. Υποτιθέμενοι προφήτες και περισπούδαστοι αναλυτές επιτέλους ανακάλυψαν τον υπαίτιο για όλα τα δεινά, τον εχθρό που απεργάζεται την εξολόθρευσή μας. Συνήθως –κατά αυτήν τη βλακώδη λογική– ξένα κέντρα απεργάζονται συστηματικά τον αφανισμό του ανάδελφου, γενναίου και περιούσιου ελληνικού έθνους. Δυστυχώς, τέτοιου είδους θεωρίες συνωμοσίας βρίσκουν πρόσφορο έδαφος στην Ελλάδα. Αυτό συμβαίνει γιατί πάσχουμε από συλλογική παράνοια –διαδεδομένη κυρίως στον τρίτο κόσμο– πιστεύοντας ότι οι «κακοί» αυτού του κόσμου μάς κατατρέχουν.

Τελευταία είναι της μόδας να λέγεται ότι το κύμα μεταναστών και προσφύγων θα αφανίσει τάχα το έθνος. Δεν ακούμε πρώτη φόρα τέτοιες περισπούδαστες αλλά επιπόλαιες κινδυνολογίες. Και το ’90 πολλοί προφήτες κακών, τηλεοπτικοί και μη, διατείνονταν ότι οι Αλβανοί μετανάστες θα μετέτρεπαν τη χώρα σε ζούγκλα εγκληματικότητας και θα μας αφελλήνιζαν. Σήμερα, ξέρουμε ότι σε αυτούς οφείλουμε τελικά σημαντικό ποσοστό της οικονομικής ανάπτυξης της χώρας από το 1995 έως το 2008. Τους χρωστάμε την αναγέννηση της υπαίθρου και την ανανέωση του πληθυσμού της. Τη φθηνότερη και ποιοτικότερη παροχή υπηρεσιών στις κατασκευές, τις οικιακές εργασίες, τη φροντίδα παιδιών και ηλικιωμένων. Τα σχολεία μας διατήρησαν την πληρότητα και τον δυναμισμό τους και κυρίως τα χρόνια επιβίωσης του ασφαλιστικού μας συστήματος παρατάθηκαν. Οσο και αν ακούγεται περίεργο, χωρίς αυτούς το ασφαλιστικό θα είχε καταρρεύσει ήδη πριν από δέκα χρόνια. Οσο για την υποτιθέμενη ανεργία, που τάχα προκαλεί η μετανάστευση στους γηγενείς, αυτή δεν είναι παρά μύθος. Μικρή παραμένει η επικάλυψη στην απασχόληση γηγενών και μεταναστών, αφού ακόμη και σήμερα, σε συνθήκες πρωτοφανούς κρίσης, λίγοι Ελληνες καταδέχονται να κάνουν τις δουλειές που κάνουν οι ξένοι. Η απόδειξη: και φέτος συνεχίζουμε να «εισάγουμε» χιλιάδες εποχικούς αγρεργάτες από τους βόρειους γείτονές μας.

Παρά τις ανοησίες που λέγονται ανερυθρίαστα τις τελευταίες ημέρες, η Ελλάδα δεν κινδυνεύει να γίνει άντρο τρομοκρατών. Δεν κινδυνεύει να εξισλαμιστεί ο πληθυσμός της. Κατ’ αρχάς, οι άνθρωποι αυτοί –χριστιανοί πολλοί από αυτούς– φεύγουν για να γλιτώσουν την πείνα και τη σφαγή, όχι επειδή είναι μυστικοί πράκτορες με αποστολή τον αφανισμό μας. Κατά δεύτερο λόγο, δεν έχουν κανένα λόγο ή διάθεση να μείνουν εδώ, και οι περισσότεροι θα φύγουν έτσι και αλλιώς, ακόμη και αν τους θέλαμε. Και τελευταίο και κυριότερο, καλό θα ήταν, αντί να φέρνουμε την καταστροφή, να προετοιμαστούμε καλύτερα για την αξιοπρεπή υποδοχή τους, είτε φύγουν σύντομα είτε παραμείνουν μονιμότερα κάποιοι απ’ αυτούς. Εμείς, άλλωστε, δεν είμαστε που καμαρώνουμε για τον ανθρωπισμό και την περιβόητη φιλοξενία μας; Εμείς δεν μνημονεύουμε πως είμαστε λαός βασανισμένος από διώξεις και πολέμους, γι’ αυτό και μπορούμε και συμπονούμε τον συνάνθρωπο; Αντί να ομφαλοσκοπούμε, αντί να φυλάμε όλα αυτά τα ωραία λόγια μόνο για το εικονοστάσι του συλλογικού μας ασυνειδήτου, καλά θα κάναμε να αποδεικνύουμε έμπρακτα πως τα πιστεύουμε πραγματικά. Και ο καιρός να το κάνουμε είναι τώρα. Αν καταφέρουμε να συμπεριφερθούμε ανθρώπινα στους κατατρεγμένους, αν επενδύσουμε στην αλληλεγγύη, θα εισπράξουμε και εμείς όλα αυτά που οι άνθρωποι αυτοί απλόχερα είναι έτοιμοι να μας προσφέρουν, αναπτυξιακό και δημογραφικό δυναμισμό, κοινωνική συνοχή, κοινή προκοπή και ασφάλεια για όλους.

Αιώνες συμβίωσης με μουσουλμάνους δεν κατάφεραν να μας εξισλαμίσουν, παρότι μάλιστα ήμασταν υπόδουλοι. Γιατί άραγε να φοβόμαστε σήμερα ότι θα χάσουμε τη ταυτότητά μας, επειδή θα ζήσουμε με κάποιες χιλιάδες κατατρεγμένους αλλόθρησκους. Μόνο λαοί ανασφαλείς πιστεύουν ότι έχουν να χάσουν από την επαφή με το διαφορετικό. Πολιτισμοί και παραδόσεις με βαθιές ρίζες ούτε αλώνονται ούτε εξαφανίζονται.

Κατά πως φαίνεται, λοιπόν, όσο πιο πολύ τσιρίζει κανείς για την ανωτερότητα του πολιτισμού του τόσο πιο ανασφαλής και αβέβαιος είναι για την αξία του. Ας έχουμε επιτέλους πίστη στις δυνάμεις και στην καλλιέργειά μας, κι αυτό μόνο σε καλό θα μας βγει, όπως και τόσες άλλες φορές στην Ιστορία.

* Ο κ. Γιάννης Μπουτάρης είναι δήμαρχος Θεσσαλονίκης.