ΑΠΟΨΕΙΣ

Ελλάδα: γέφυρα ή εξώστης;

Ο ​​στόχος της «απόλυτης ανεξαρτησίας» για μια μικρή –αλλά μεγάλης στρατηγικής σημασίας– χώρα όπως η Ελλάδα είναι μια χίμαιρα που κρύβει σοβαρούς κινδύνους. Πέρα από την παρατεταμένη οικονομική της κρίση, η χώρα μας αντιμετωπίζει σήμερα το θεόρατο προσφυγικό κύμα που προκάλεσε και προκαλεί ο αιματηρός εμφύλιος πόλεμος στη Συρία. Καθώς βιώνουμε τη ραγδαία αύξηση της ροής των προσφύγων (από εμπόλεμες περιοχές) και των μεταναστών (από χειμαζόμενες χώρες του τρίτου κόσμου), έρχεται στον νου μου το ερώτημα ενός παλιού μου δασκάλου στην Αμερική: «Τι είναι καλύτερο για ένα μικρό κράτος; Να παίζει τον ρόλο της γέφυρας ή του εξώστη;». Και, πριν προλάβουμε να απαντήσουμε, συνέχιζε: «Να θυμάστε ότι οι γέφυρες συνωστίζονται ασφυκτικά σε καιρούς ειρήνης, και ανατινάζονται όταν ξεσπάσουν οι πόλεμοι»! Ευτυχώς, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής μετά την επιστροφή του στην Αθήνα το 1974 –καθώς η Κύπρος φλεγόταν από το χουντικό πραξικόπημα και την τουρκική εισβολή– επέλεξε τον ρόλο του «εξώστη» της ενωμένης Ευρώπης, με την ενστικτώδη πίστη του ότι «η Ελλάδα ανήκει εις την Δύσιν».

Βεβαίως, η Ευρωπαϊκή Ενωση τα τελευταία λίγα χρόνια δεν περνάει τις καλύτερες μέρες της: Η οικονομική κρίση, οι πόλεμοι στη Μέση Ανατολή και στην αφρικανική ήπειρο, και το έλλειμμα ηγεσίας σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες έχουν ανακόψει τη διαδικασία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Με το προσφυγικό σε σημείο έκρηξης, με την αμφιθυμία της Βρετανίας ως προς τη συμμετοχή της στην Ευρωπαϊκή Ενωση, με τις εθνικιστικές αντιδράσεις από τα κράτη της ομάδας Βίζεγκραντ, με τις κραυγές ακροδεξιών και ακροαριστερών κύκλων κατά της παγκοσμιοποίησης στην υπόλοιπη Ευρώπη, και με τη λήθη, αν όχι την ωραιοποίηση, του παρελθόντος της Γηραιάς Ηπείρου, φαίνεται πως πάμε να ξεχάσουμε το αμαρτωλό μας παρελθόν του προηγούμενου αιώνα: Δύο παγκόσμιους πολέμους, τον ψυχρό πόλεμο, το αιματηρό κόστος της αποαποικιοποίησης, τα στρατόπεδα συγκεντρώσεως (το Ολοκαύτωμα των Εβραίων από τη ναζιστική υστερία), και τις μαζικές «ανταλλαγές πληθυσμών που ακολούθησαν τους πολέμους (χωρίς να ξεχνάμε τον ξεριζωμό των Ελλήνων της Μικράς Ασίας το 1922). Η ιστορική λήθη, και γενικότερα η άγνοια, μας οδηγεί δυστυχώς να ξορκίζουμε το παρόν της Ελλάδας με συνθήματα του τύπου «αποικία χρέους», «οι χειρότερες μέρες της Ιστορίας μας» και πάει λέγοντας.

Στη δύσκολη περίοδο που διανύουμε στην Ελλάδα και στην υπόλοιπη Ευρώπη, δεν υπάρχουν ιδανικές λύσεις. Ετσι καταλήγουμε στις επιλογές του «μικρότερου κακού»: Από τη μία πλευρά ενός σκληρού και ατέρμονου διαλόγου, ξεσκεπάζεται η νοοτροπία ενός νευρωτικού «σκαντζόχοιρου» που έχει στριμωχτεί σε έναν στενό χώρο γεμάτο εκρηκτικά. Ευρωφοβικά κόμματα, όπως η Χρυσή Αυγή και το (σημερινό) ΚΚΕ, προτρέπουν δογματικά την έξοδό μας από την Ευρωπαϊκή Ενωση, την Ευρωζώνη, τη Συνθήκη Σένγκεν, και το ΝΑΤΟ. Ψάχνουν χωρίς επιτυχία για εναλλακτικές συμμαχίες, και θέλουν επομένως να βασίζονται στη «δύναμη» της κατά περίπτωση ιδεοληπτικής τους κοσμοθεωρίας. Ετσι πιστεύουν ότι θα πείσουν διακινητές και δουλεμπόρους που προφανώς διευκολύνονται από τις τουρκικές αρχές, ότι η Ελλάδα –μετά το κλείσιμο των συνόρων στα Βαλκάνια– δεν θα αποτελεί ασφαλή διέξοδο για το έμψυχο εμπόρευμά τους (ταλαιπωρημένοι πρόσφυγες) προς τις οικονομικά ανεπτυγμένες περιοχές της βόρειας και κεντρικής Ευρώπης. Διακηρύσσουν ταυτοχρόνως προς κάθε κατεύθυνση ότι η Ελλάδα δεν πρέπει να καταντήσει μια μίζερη «αποθήκη ψυχών». Στην περίπτωση μόνο της Χρυσής Αυγής, οι εκπρόσωποί της δεν κρύβουν τη ρατσιστική απέχθειά τους για οτιδήποτε ξένο. Δυστυχώς, όμως, και στα δύο άκρα του πολιτικού μας φάσματος δεν γίνεται αντιληπτό ότι οι συνταγές τους οδηγούν στη διεθνή απομόνωση της Ελλάδας και μπορούν να καταλήξουν στη διευκόλυνση μιας ακόμη «τουρκικής επιχείρησης ειρήνης» (τύπου Κύπρου του 1974) με κόστος, αυτή τη φορά, τα μεγάλα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου και σημαντικά τμήματα της Δυτικής Θράκης.

Από την άλλη πλευρά, ευτυχώς, έχουμε την επιλογή που έχουν κάνει όλα τα κόμματα του φιλοευρωπαϊκού συνταγματικού τόξου (ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ –ακόμη με κάποια επιφύλαξη–, Νέα Δημοκρατία, Δημοκρατική Συμπαράταξη/ΠΑΣΟΚ, Ποτάμι, και Ενωση Κεντρώων). Κορωνίδα για όλους τους παραπάνω είναι ο αδιαπραγμάτευτος στόχος της παραμονής της Ελλάδας σε μια οντότητα που μπορεί να εξελιχθεί σε Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης (ΗΠΕ). Αυτή η θέση μπορεί πλέον να υποστηριχθεί μετά την αποχώρηση της ομάδας Λαφαζάνη, Λαπαβίτσα, Κωνσταντοπούλου, και άλλων ευρωσκεπτικιστών από τις τάξεις του ΣΥΡΙΖΑ λίγο πριν από τις εκλογές του Σεπτεμβρίου 2015 και την αποτυχία του νέου κόμματός τους (Λαϊκή Ενότητα) να εκπροσωπηθεί στο Κοινοβούλιο.

Τέλος, η στρατηγική (η έννοια αυτή δεν πρέπει να συγχέεται με ελιγμούς τακτικής) της κρίσιμης μάζας των πολιτικών μας δυνάμεων συνεπάγεται μια Ελλάδα που παραμένει στην Ευρώπη, στο ευρώ, στη ζώνη Σένγκεν και γενικότερα στους θεσμούς που συνθέτουν το ευρωατλαντικό σύμπλεγμα. Με όλα τα παραπάνω ως δεδομένα, έχουμε υπό εκκόλαψη μια συνταγή συλλογικής αντιμετώπισης των προβλημάτων των κρατών-μελών της Ενωσης, επιτάχυνση των ρυθμών ευρωπαϊκής ενοποίησης, ταύτιση των ελληνικών συνόρων με τα ευρωπαϊκά σύνορα, θέσμιση μιας Ευρωπαϊκής Δύναμης Ακτοφυλακής, και –με την πάροδο του χρόνου– τη σύσταση ενός λειτουργικού Ευρωπαϊκού Στρατού. Παρεμπιπτόντως, αυτή είναι και η αποτελεσματικότερη συνταγή αποτροπής απέναντι στις επεκτατικές ορέξεις των ανήσυχων και αναθεωρητικών Τούρκων γειτόνων μας.

* Ο κ. Θεόδωρος Κουλουμπής είναι ομότιμος καθηγητής Διεθνών Σχέσεων του Πανεπιστημίου Αθηνών.