ΑΠΟΨΕΙΣ

Αναμηρυκάζοντας τον όλεθρο

Σ​​​​το τρίγωνο του διαβόλου η Ελλάδα». «Κατάρρευση της κυβέρνησης, κοινωνικές αναταραχές στο εσωτερικό». «Ανάπτυξη απούσα, ανεργία στα ύψη». «Αντιμέτωποι με καταστροφή τρομακτικών διαστάσεων».

«Μέτωπα εσωτερικά και εξωτερικά σε διαρκή εκκρεμότητα». «Ανεξέλεγκτες, ολοένα πιο οριακές και απειλητικές συνθήκες». «Καταρρέει κάθε γραμμή άμυνας». «Τον Μάιο η απόλυτη καταβύθιση».

Δεν υπάρχουν πλέον υπαινιγμοί, νύξεις, συνυποδηλώσεις, αλλά η εύγλωττη αποτύπωση της διάλυσης. Και μάλλον ένα μούδιασμα, παρά μια τάση για εγρήγορση, μπροστά στην ανεπίστρεπτη πτώση. Το μεγαλύτερο ποσοστό των Ελλήνων –έδειξε ξανά πρόσφατη έρευνα– πιστεύουν ότι το μέλλον θα είναι πολύ χειρότερο. Η ρητορική του ολέθρου ηχεί από παντού. Κάτω από κάθε έκφραση κείται ένα «πτώμα». Δεν πρόκειται για μια αμυντική τακτική, για τη λογική πως ό,τι μας περιβάλλει το υποφέρουμε καλύτερα αν το περιγράψουμε σχολαστικά· πως εάν δώσουμε περιεχόμενο στο μυστήριο των δυσβάσταχτων στιγμών θα ανακουφιστούμε. Δεν πρόκειται για μια φιλοσοφία που έρχεται από τα βάθη της διδασκαλίας των Στωικών, ότι η προμελέτη των δεινών κατευνάζει το άγχος του ζοφερού αύριο. Οτι υπάρχει μια θετική δύναμη στην αρνητική σκέψη. Αλλά για μια κουλτούρα που αναμηρυκάζει την ερείπωση, την ελληνική μοναξιά, τους ανεπαλήθευτους σωτήρες, την έκδηλη άβυσσο, την ήττα («δεν υπάρχει καμία σωτηρία»), τον μετεωρισμό μέσα στις απαρηγόρητες τραγωδίες μας. Το δίκτυο των αρνητικών διαδρομών είναι αδιέξοδο. Τα χέρια ψάχνουν χωρίς να ζητούν πραγματικά στήριγμα, τα μάτια υψώνονται σίγουρα ότι δεν έχουν τίποτα να αντικρίσουν.

Και εξοικειώνονται με τις σκοτεινές ζώνες όπου περιφέρονται ο φόβος και η άρνηση, με το τέλμα.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα πολλαπλά μέτωπα (ορδές εγκλωβισμένων προσφύγων, ακατάπαυστες τρύπες στα δημοσιονομικά, ανολοκλήρωτη αξιολόγηση, ευτελισμοί, παραλογισμοί, αποσάθρωση και το «σκιάχτρο» του στρίβειν διά των εκλογών) δεν προδιαγράφουν μια ρόδινη κατάσταση. Αντίθετα, οι κρίσεις εισδύουν η μία μέσα στην άλλη και απειλούν να σπάσουν τους αδύναμους κρίκους. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η κατολίσθησή μας επίκειται, ωστόσο δεν είναι αναπόδραστη, αν κανείς επιχειρήσει να ισορροπήσει το αρνητικό με το θετικό, την απαισιοδοξία με την αισιοδοξία (όχι την υπέρμετρη, που ώθησε τραπεζίτες, χρηματιστές, μεγαλοεπενδυτές να δημιουργήσουν την κρίση). Το δυστύχημα είναι σοβαρό, όμως όχι πρωτάκουστο. Κάτι φωτεινό αχνοφαίνεται στον ορίζοντα των φρικιάσεών μας. Η έξοδος κινδύνου. Ακόμη και τώρα η χώρα μπορεί να προτείνει κάποιο άξιο σκοπό στην Ιστορία (έστω κι αν είναι τέτοια η αφθονία των παράδοξων και αντίθετων σκοπών, που η ιδέα της τελεολογίας τείνει να μηδενίζεται). Οι κοινωνίες αλλάζουν ακατάπαυστα και καθεμία από αυτές τις αλλαγές είναι ακόμη ένα βήμα. Ισως όχι σταθερό, αφού, πριν ακόμη σκορπίσουν οι στυγνές ουτοπίες που αιματοκύλισαν τον περασμένο αιώνα, έχουν αναδυθεί νέες. Ομως ακόμη και οι αρνητικές δημιουργίες καταστρέφονται (συνήθως όχι από τη σοφία των ανθρώπων αλλά από το πάτημα του ποδιού στην τελευταία βαθμίδα, στο σκαλί του παραλόγου). Χωρίς νέα είδωλα και παροξυσμούς ψευδαίσθησης, μπορεί να ακούσει κανείς τη φωνή της προσπάθειας σε έλλογα πλαίσια ανησυχίας, της ώθησης προς το προσιτό, της αρχής (όχι του τέλους). Είναι απλά ζήτημα επιβίωσης.