ΑΠΟΨΕΙΣ

Εκεί που δεν τις σπέρνουν

Η γυναίκα μπαίνει φουριόζα στο εργαστήριο. «Συγγνώμη, κορίτσια, έπρεπε να κρατήσω την εγγονή μου το πρωί». «Αλίμονο καλέ», της λένε οι άλλες. Πλύσιμο χεριών και βουρ για δουλειά. Τέσσερα μνημόσυνα έχουν μέσα στο Σαββατοκύριακο.

Ο οργασμός εργασίας κάνει έντονο κοντράστ με το έξω. Από το σταυροδρόμι έχουν περάσει δεν έχουν περάσει δύο αυτοκίνητα την τελευταία μισή ώρα, ελάχιστοι είναι και οι πεζοί. Η εικόνα θυμίζει λίγο τις έρημες πόλεις του Φαρ Ουέστ, αν και, σύμφωνα με την τελευταία απογραφή, ο Καλός Αγρός Δράμας έχει πληθυσμό 900 κατοίκων. Την ησυχία σπάει το φορτηγάκι ενός Ρομά που από την ντουντούκα φωνάζει: «Εδώ ο καλύτερος εισαγωγέας χαλιών!». Απέχουμε μόλις 8 χιλιόμετρα από το αστικό κέντρο, αλλά ο δρόμος δεν έχει λόγο να σε βγάλει από εδώ. Το χωριό δεν θυμίζει πια την ακμάζουσα μικρή κωμόπολη που υπήρξε κάποτε καταφύγιο προσφύγων από τη Θράκη και τη Μικρά Ασία, που έζησαν και ευημέρευσαν από τον εύφορο κάμπο. Λίγοι από τους άντρες του χωριού δουλεύουν σήμερα τη γη, ενώ η ανεργία στις γυναίκες έχει χτυπήσει κόκκινο. Τα τελευταία χρόνια, μία μετά την άλλη οι βιοτεχνίες ενδύματος και τα πλεκτήρια της βιομηχανικής ζώνης μετέφεραν τις δραστηριότητές τους στη Βουλγαρία, αφήνοντας εκατοντάδες εργάτριες χωρίς δουλειά, πολλά νοικοκυριά χωρίς εισόδημα.

Για κάποιον καιρό περίμεναν το κράτος να μεριμνήσει, να σκύψει πάνω από το διαβλεπόμενο μαράζωμα της περιοχής. Ωσπου βαρέθηκαν. Η ιδέα έπεσε το 2009 από την ίδια γυναίκα που μπήκε το πρωί αργοπορημένη στο μαγαζί. «Μαγειρεύουμε που μαγειρεύουμε όλη μέρα, γιατί δεν το κάνουμε επάγγελμα;». Κάπως έτσι, επτά φίλες, κουμπάρες, ξαδέρφες άρχισαν να παρατάνε τις δουλειές του νοικοκυριού για λίγες ώρες κάθε μέρα και να παρακολουθούν σεμινάρια επιχειρηματικότητας, να μαθαίνουν Ιντερνετ, βασικά λογιστικά. Ξεθάβοντας συνταγές από τα τετράδια των προσφύγων γιαγιάδων τους, οι πρώην εργάτριες φασόν άρχισαν να βγάζουν χειροποίητα φύλλα πέρεκ ψημένα στο σάτσι, χυλοπιτάκια δίκοκκου σταριού, τα ποντιακά συρών και υβριστόν, τραχανάδες, ένα σωρό μαρμελάδες και γλυκά του κουταλιού. Δικτυώθηκαν μόνες τους στη Δράμα και τις γύρω πόλεις, χτυπώντας πόρτες μαγαζιών, αλλά και στην Αθήνα, στέλνοντας ξανά και ξανά δείγματα των προϊόντων τους. Τα μεταφέρουν οι ίδιες, γιατί βρήκαν ότι οι μεσάζοντες τις κοροϊδεύουν. Παράλληλα αναλαμβάνουν το catering σε κοινωνικές εκδηλώσεις του νομού. Εχουν γίνει γνωστές για την ποιότητα και το μεράκι τους, και τις προτιμούν όλοι, τόσο στη θλίψη όσο και στη χαρά τους. Δεν βγάζουν ακόμα το μεροκάματο της βιοτεχνίας, αλλά λένε ότι είναι καλύτερα τώρα, δεν θα γύριζαν πίσω κι ας μπορούσαν.

Στην κρίση είναι τα success stories που μας έχουν κρατήσει ζωντανούς, αισιόδοξους για το μέλλον. Πόσο μάλλον όταν ξεφυτρώνουν εκεί που δεν τα σπέρνουν. Οπως αυτό του μικρού γυναικείου συνεταιρισμού «Η Καλοαγρίτισσα».