ΑΠΟΨΕΙΣ

Οταν η «μάχαιρα» μεταφράζεται σαν «διαίρεση»

Α​​ν ήταν μόνο 400 στις 4.900 οι λέξεις της Καινής Διαθήκης που μένουν «ακατανόητες» στο σύγχρονο αυτί, όπως αποφαινόταν ο Γ. Ν. Χατζιδάκις, ίσως δεν θα επέμενε ο Κωστής Παλαμάς στην ανάγκη να μεταφράζονται τα Ευαγγέλια. Στο άρθρο του «Η ελληνική ψυχή: Ομηρος και Ευαγγέλιον» («Ακρόπολις», 31.10.1899, τώρα στα Απαντα, τόμ. 16) καταθέτει την πίστη του ότι «το είναι ημών διαμορφώνουσι, κατά το μάλλον ή ήττον ανίσως διαμοιρασμένα, στοιχεία ειδωλολατρικά και στοιχεία χριστιανικά» και προτρέπει:

«Τινές ίσως θα παρατηρήσουν ότι τα μεγάλα μνημεία του παρελθόντος εξακολουθούν υπάρχοντα διά τους ολίγους μόνον και τους εκλεκτούς, απρόσιτα εις τους πολλούς. Οχι. Δύνανται ταύτα να λαλήσωσι προς πλείστους όσους την θαυμαστήν των γλώσσαν, φθάνει μόνον να καταστώσι προσιτά εις πάντας. Ποίον είναι το επισημότατον των ειδωλολατρικών αναγνωσμάτων του Ελληνικού λαού; Είναι ο Ερωτόκριτος. Μεταφράσετε τον Ομηρον εις γλώσσαν και εις ρυθμόν ως η του Κρητικού αριστουργήματος. Μόνον οι σχολαστικοί θα είπωσι περί αυτού ότι εξεχυδαΐσθη. […]

»Ποία δε είναι τα επισημότατα των χριστιανικών αναγνωσμάτων του ελληνικού λαού; Είναι η Αμαρτωλών Σωτηρία [βιβλίον ωραιότατον συντεθέν εις κοινήν των Γραικών διάλεκτον παρά Αγαπίου Μοναχού του Κρητός, 17ο αι.], είναι τα Συναξάρια. Μεταφράσετε το Ευαγγέλιον ευμούσως, εις γλώσσαν προσιτήν εις πάντας, ανάλογον γραμματικώς προς την γλώσσαν της Αμαρτωλών Σωτηρίας και των Συναξαρίων. Οχι· το Ευαγγέλιον μεταφραζόμενον δεν αποβάλλει τι της μυστηριώδους αυτού ιερότητος· μόνον το μυστήριον τούτο αισθητοποιείται, πάλλεται από απροσδόκητον παλμόν ζωής. Και ιδού το Ευαγγέλιον μεταμορφούται εις είδός τι Συναξαρίου και Αμαρτωλών Σωτηρίας, υπερτελείως πνευματικής, ιδεώδους ύψους. Και τούτο θα είναι ο θρίαμβος της Ευαγγελικής αληθείας, διά της προσεγγίσεως εις την λαϊκήν ψυχήν του αισθητικού κάλλους εκείνου, η ηθική ανύψωσις της ψυχής ταύτη».

Τι ακολούθησε το άρθρο αυτό το ξέρουμε: τα Ευαγγελικά στις 8.11.1901, με 8 ή 11 νεκρούς. Αφορμή η δημοσίευση από την «Ακρόπολη» των Ευαγγελίων, μεταφερμένων στη δημοτική από τον Αλέξανδρο Πάλλη.

Τι ακολούθησε το κείμενο του Παλαμά «Μεταφράζετε τους αρχαίους» του 1903 (Απαντα, τ. 6), επίσης το ξέρουμε: τα αιματηρά Ορεστειακά τον Νοέμβριο του 1903. Αφορμή η παράσταση της αισχυλικής Ορέστειας από το Εθνικό Θέατρο, σε μετάφραση ούτε καν στη δημοτική αλλά στην καθαρεύουσα από τον Γεώργιο Σωτηριάδη. Το αμέσως επόμενο κείμενο του Παλαμά στον ίδιο τόμο των Απάντων, δημοσιευμένο τον Δεκέμβριο του 1903, τιτλοφορείται «Η τρικυμία της Ορέστειας» και αποτελεί συνηγορία υπέρ της μετάφρασης. Η κατάληξή του: «Για όλα αυτά τα έ ξ ω, λόγους, συλλαλητήρια, καβγάδες, άρθρα, συνεντεύξεις, ανοησίες και πονηρίες κάθε είδους (εξόν από λιγοστά σημάδια αξιοσέβαστα), για όλην αυτήν την τρικυμία, η κριτική μου είναι μια λέξη· και παρακαλώ τους φίλους μου [του περιοδικού] της “Κριτικής” να μου την τυπώσουν με κεφαλαία γράμματα: ΝΤΡΟΠΗ!».

Ας πω ότι εν έτει 2016 νιώθω κι εγώ κάποια ντροπή διαβάζοντας όσα ορίζει το άρθρο 3, παρ. 3 του ισχύοντος Συντάγματός μας, επαναλαμβάνοντας όσα προέβλεπε το αναθεωρηθέν του 1927: «Το κείμενο της Αγίας Γραφής τηρείται αναλλοίωτο. Η επίσημη μετάφρασή του σε άλλο γλωσσικό τύπο απαγορεύεται χωρίς την έγκριση της Αυτοκέφαλης Εκκλησίας της Ελλάδας και της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας στην Κωνσταντινούπολη». Δεν ξέρω αν η ρήτρα αυτή, που προσπαθεί να σώσει τα προσχήματα με το επίθετο «επίσημη», απορρέει από την πεποίθηση πως οι μη εγκρινόμενες από τις εκκλησιαστικές κορυφές μεταφράσεις δεν έχουν εξασφαλισμένη  τη θεοπνευστία. Ας δούμε όμως  σε  ποιου  είδους  νοηματική διαστροφή του πρωτοτύπου μπορεί να οδηγηθεί μια μετάφραση τυπικά θεόπνευστη, καθότι επίσημη.

Λέει ο Ιησούς: «Μη νομίσητε ότι ήλθον βαλείν ειρήνην επί την γην· ουκ ήλθον βαλείν ειρήνην, αλλά μάχαιραν» (Κατά Ματθαίον, 10, 24). Και διαβάζουμε στην επίσημη μετάφραση της Βιβλικής Εταιρείας: «Μη νομίσετε πως ήρθα για να επιβάλω αναγκαστική ομόνοια μεταξύ των ανθρώπων. Δεν ήρθα να φέρω τέτοια ομόνοια αλλά διαίρεση». Η «ειρήνη» του ιερού κειμένου γίνεται «αναγκαστική ομόνοια», η δε «μάχαιρα», «διαίρεση». Δεν ξέρω αν η επιλογή ήταν των έγκριτων πανεπιστημιακών που δούλεψαν τη μετάφραση, μετάφραση πάντως δεν έχουμε, ούτε καν απόδοση με την επιλογή συνωνύμων. Νομίζω ότι σε κανενός το μυαλό δεν θα έρθει σαν πρώτο ή δέκατο συνώνυμο της μάχαιρας η διαίρεση, της δε ειρήνης η αναγκαστική ομόνοια. Και στο παράλληλο χωρίο πάντως του κατά Λουκάν, 12, 51, η ίδια μεταγλώττιση γίνεται:

«Δοκείτε ότι ειρήνην παρεγενόμην δούναι εν τη γη;»: «Νομίζετε πως ήρθα για να επιβάλω αναγκαστική ομόνοια μεταξύ των ανθρώπων;».

Εχουμε λοιπόν διασκευή ή ανασκευή, αναθεώρηση, αναπροσαρμογή ή κάτι άλλο. Από την κυριολεξία του Ιησού μετατοπιζόμαστε στην περίφραση, από την οξύτητα στο στρογγύλεμα, από την ευθύτητα στην παραβολή. Εν ολίγοις, κατανοούμε ότι δεν σημαίνει πάντοτε πολλά το γεγονός ότι έχουμε τη λέξη μάχαιρα κοινό κτήμα εμείς και οι της ελληνιστικής εποχής, αφού, παρότι η λέξη δεν έχει υποστεί καμία σημασιολογική μεταβολή, το νόημά της αλλοιώνεται ή νοθεύεται, ή έστω αμβλύνεται, μετριάζεται, κατά την ιδεολογική πρόθεση του χρήστη.

Οπότε; Οπότε και πάλι Παλαμάς. Που λέει τα σύκα σύκα και τη μάχαιρα μαχαίρι στο 98ο από τα «Δεκατετράστιχά» του (1919): «Κι ο θεός Ραββί δίβουλους λόγους ξέρει: / -Του νόμου ο νόμος ένας είναι, πέστε / κι αν άλλος πιο μεγάλος· ν’ αγαπιέστε! / -Στους ανθρώπους να βάλω ήρθα μαχαίρι! – / κι ο βρουχισμός και του παιδιού το γέλιο – / στο ίδιο στόμα, στο ίδιο το Βαγγέλιο».

Αλλά και Ανδρέας Λασκαράτος. Ο οποίος, παραπέμποντας στον Ματθαίο, είχε θέσει σαν μότο στη μελέτη του «Τέχνη του δημηγορείν και συγγράφειν» την εξής διασκευή: «Μη νομίσετε ότι ήλθον βαλείν γαλήνην μεταξύ λογιωτάτων. Ουκ ήλθον βαλείν γαλήνην αλλά θύελλαν».

Παγίδα λοιπόν τα γλωσσικά γονίδια, παγίδα και οι λεξιλογικές στατιστικές. Η αποπαγίδευση, αυτή πιστεύω πως είναι μια βασική υποχρέωση της διδασκαλίας των αρχαίων, είτε τη γλώσσα αφορά είτε την ιστορία ή τη φιλοσοφία. Η αποπαγίδευση από τα υπνωτιστικά μυθεύματα. Η ανάδειξη των πολλών αρχαιοτήτων (κοινωνικών, πολιτειακών, γλωσσικών, λογοτεχνικών, φιλοσοφικών), που συγκρούονται κάτω από το κοινό όνομα Αρχαιότητα. Και η προσέγγιση της Αρχαιότητας ως ιστορικής περιόδου, με τα καλά και τα κακά της, και όχι ως ιδεώδους παραδείσιας κατάστασης.