ΑΠΟΨΕΙΣ

49 χρόνια πρίν… 26-II-1967

s2filistor--4

ΚΑΡΑΝΤΩΝΗΣ ΓΙΑ ΚΟΥΜΑΝΤΑΡΕΑ:  (Από κριτική για «Το αρμένισμα».) «Ελάχιστη μειοψηφία είναι οι νέοι πεζογράφοι της εποχής μας που δείχνουν πως φυτρώνουν μέσα από την εποχή μας –άνθη του καλού ή του κακού, αδιάφορο. Σ’ αυτούς τους ελάχιστους ανάμεσα, ο πιο γνήσιος ίσως, κι ίσως κι ο πιο γερός σαν λογοτέχνης, ο νέος Μένης Κουμανταρέας. Με τα διηγήματα “Τα μηχανάκια” (1962), είδαμε πως είχαμε να κάνουμε μ’ έναν αφηγητή που ο λόγος του είχε και κίνηση και νεύρο, η έκφρασή του δέσιμο, η γλώσσα του δημοτική σκληράδα και ζωντάνια, όχι συνηθισμένες σε τούτους τους καιρούς της χαλαρότητας. […] Στα τρία του “χρονικά” που συνθέτουν το καινούριο του βιβλίο, ο Κουμανταρέας είναι σαφέστερος, πληρέστερος, αλλά όχι ακόμα ολοκληρωμένος, όχι σωσμένος με έργο απόλυτης ωριμότητας. Αλλά η πεζογραφική αψάδα που τον ξεχωρίζει ανάμεσα από τόσους άλλους δείχνει πως βρίσκεται σ’ έναν συγγραφικό βρασμό που τον τραντάζει. Ζει την εποχή μας με μια παραδοχή και μια ένταση, κάποτε αμοραλιστική, που δεν τον αφήνει –προς το παρόν– να την ξεδιαλύνει. […].»
REQUIEM ΓΙΑ ΕΝΑΝ ΠΛΑΝΟΔΙΟ ΤΣΑΓΚΑΡΗ:  (Από τη στήλη «Σημειώσεις ενός Αθηναίου».) « […] Από την προπερασμένην εβδομάδα […] δεν ακούεται πλέον η φωνή του πλανοδίου τσαγκάρη. Και ήτο ο πλέον απαραίτητος. Επερνούσε κατά τας 8 και μισή. Ητο ο μέγας ευεργέτης των συνταξιούχων και των φουκαράδων που έχουν ένα μόνον ζευγάρι παπούτσια. Είναι φοβερόν το μονοφόρι, είτε παπούτσια είναι είτε κοστούμι. […] Ο τσαγκαράκος όμως έλυεν επί τόπου το πρόβλημα των παπουτσιών. Είχε καταπληκτικήν επιδεξιότητα στα μερεμέτια. Η βελονιά του ήτο λεπτότερη και από αυτήν της μηχανής. […] Τώρα ο τσαγκαράκος, εξηντάρης άνθρωπος, εχάθη, […] αυτοκίνητον τον εσκότωσεν. […] Εις τον Παράδεισον που θα ευρίσκεται θα έχη τώρα πολλή δουλειά. Εκεί καταλύουν πλήθη φουκαράδων που επέρασαν τον κόσμον τούτον με τρύπια παπούτσια διά να κερδίσουν μίαν ευχάριστον αιώνιον ζωήν.»