ΑΠΟΨΕΙΣ

Ανεξάρτητες; Διοικητικές; Αρχές;

Ε​​πειτα από σοβαρό προβληματισμό αναγκαζόμαστε να προβούμε σε δημόσια έκκληση για τη διάσωση του κύρους και την αποκατάσταση της λειτουργικής ευρυθμίας των Ανεξαρτήτων Διοικητικών Αρχών. Οι Ανεξάρτητες Αρχές, ιδίως οι πέντε που είναι και συνταγματικά κατοχυρωμένες, αποτελούν θεσμό που με πολλές προσδοκίες εισήχθη στην εγχώρια έννομη τάξη προκειμένου να συμβάλει στην ενίσχυση της αξιοκρατίας, της ουδετερότητας, του «επαγγελματισμού» και της επιστημονικής επάρκειας της διοίκησης, αλλά και της ρυθμιστικής ικανότητας του κράτους απέναντι στις δυνάμεις της αγοράς και της κοινωνίας των πολιτών, που δραστηριοποιούνται σε τομείς ιδιαίτερου ενδιαφέροντος για το δημόσιο συμφέρον. Εμμέσως πλην σαφώς, οι αισιόδοξοι μεταρρυθμιστές πίστευαν ότι οι Ανεξάρτητες Αρχές, ως τέταρτη μορφή ελέγχου, θα μπορούσαν να εγείρουν πρόσθετα «θεσμικά αντίβαρα» στο μονοπώλιο της εξουσίας και να συμβάλουν στην ποιοτική αναβάθμιση της Γ΄ Ελληνικής Δημοκρατίας, όσο και της «πολύπλαγκτης» πολιτικοδιοικητικής μας κουλτούρας. Οι Ανεξάρτητες Αρχές λειτούργησαν σε μεγάλο βαθμό χρήσιμα και αποτελεσματικά.

Ατυχώς, μετά την πάροδο μιας 20ετίας κι ενώ η διοίκηση της χώρας δοκιμάζεται έντονα από τις προκλήσεις του εξευρωπαϊσμού και του εκσυγχρονισμού της, το θεσμικό βάθρο των Αρχών κλονίζεται σοβαρά και κινδυνεύει να διαβρωθεί ανεπανόρθωτα, πράγμα που θα οδηγήσει σε υποβάθμιση της ποιότητας όχι μόνο της δημόσιας διοίκησης, αλλά και της Δημοκρατίας μας. Αιτία και αφορμή για τούτη την επικίνδυνη εκτροπή αποτελούν αφενός η συρρίκνωση του πεδίου της αρμοδιότητάς τους και αφετέρου η αδυναμία συναινετικής επιλογής των μελών τους, όπως απαιτεί το Σύνταγμα. Τι προηγείται τίνος έχει δευτερεύουσα σημασία· εξάλλου, κι οι δύο στάσεις «βλάπτουν το ίδιο τη Συρία», όπως έγραφε στο ποίημά του «Ας φρόντιζαν» ο Καβάφης.

Αν έχει νόημα η ύπαρξη των Ανεξαρτήτων Αρχών, δεν μπορεί παρά αυτές να είναι εξοπλισμένες με αρμοδιότητες ουσιαστικές· κι αν τούτο συμβαίνει, η στελέχωσή τους δεν μπορεί να είναι υπόθεση απλά κομματική ούτε τακτοποίηση «ημετέρων», αλλά απολύτως αξιοκρατική, ουδέτερη, επιστημονική και συναινετική μεταξύ των πολιτικών δυνάμεων. Η «εξίσωση» λειτουργεί κατά τρόπο αμφίδρομο και «συστημικό» – ο ένας όρος δεν στέκει δίχως τον άλλον. Η ταυτόχρονη δε απουσία και των δύο βασικών προϋποθέσεων της αποτελεσματικής λειτουργίας των Ανεξαρτήτων Αρχών οδηγεί στον εκφυλισμό και στην οριστική παρακμή τους.

Ενδείξεις προς αυτή την κατεύθυνση έχουμε ήδη αρκετές· σχεδόν όλες οι συνταγματικά προβλεπόμενες Αρχές πάσχουν ως προς τη νομιμότητα της συγκρότησής τους, ενώ το πεδίο των αποκλειστικών τους αρμοδιοτήτων υποσκάπτεται και αποσαθρώνεται, εκ προθέσεως είτε εξ αμελείας. Ως εκ τούτου, ελάχιστοι αμφιβάλλουν ως προς τις συνέπειες αυτής της καταστάσεως: μείωση της λειτουργικής ικανότητας της διοίκησης, της αξιοκρατίας, του «επαγγελματισμού» και της ουδετερότητας σε αυτήν – τη στιγμή που απαιτείται ακριβώς το αντίθετο.

Τι δέον γενέσθαι; Η λύση και το «ακεσώδυνο» θα πρέπει να έχουν διπλή κατεύθυνση: διατήρηση και εμπλουτισμός των αρμοδιοτήτων των Ανεξαρτήτων Αρχών, όσο και συναινετική και αξιοκρατική επιλογή των μελών τους. Για το πρώτο έργο αρμόδια είναι η Βουλή (αλλ’ όχι απλά η συγκυριακή και οριακή κυβερνητική πλειοψηφία), για το δεύτερο η διάσκεψη των προέδρων της Βουλής (με αυξημένη, μάλιστα, πλειοψηφία).

Είναι προφανές ότι οι δύο διαδικασίες πρέπει να δρομολογηθούν εκ παραλλήλου και εγκαίρως, προτού υπάρξουν ακυρώσεις από τα δικαστήρια και περιπλεχθεί έτι περαιτέρω η κατάσταση. Είναι κρίσιμο να τονιστεί ότι η διάσκεψη των προέδρων έχει δέσμια εκ του Συντάγματος αρμοδιότητα να ορίσει τα μέλη των Ανεξαρτήτων Αρχών, που δεν εξαντλείται σε δύο ή τρεις προσπάθειες. Αυτή τη δέσμια αρμοδιότητα πρέπει να την ασκήσει άμεσα, συναινετικά και υπεύθυνα. Αν δεν μπορέσει αυτή μόνη της να δώσει λύση στο πρόβλημα, τότε ας συγκληθεί διάσκεψη των πολιτικών αρχηγών υπό τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, ώστε να συζητηθεί και να προετοιμαστεί η εκλογή των μελών των Ανεξαρτήτων Αρχών από τη διάσκεψη των προέδρων. Γιατί «στον πόλεμο οι ευκαιρίες δεν περισσεύουν» («οι καιροί ου μενετοί»), όπως θύμιζε στους συμπολίτες του ο Περικλής.

* Ο κ. Αντ. Μακρυδημήτρης είναι καθηγητής Διοικητικής Επιστήμης του ΕΚΠΑ, γ.γ. του Ελληνικού Ινστιτούτου Διοικητικών Επιστημών, πρώην υπουργός.
**Ο κ. Βασ. Γ. Τζέμος είναι δρ Δημοσίου και Ευρωπαϊκού Δικαίου του Πανεπιστημίου Freiburg, δικηγόρος – ειδικός επιστήμονας Συνηγόρου του Πολίτη, πρόεδρος της Ενωσης Ελλήνων Δημοσιολόγων.