ΑΠΟΨΕΙΣ

Ο Καταστροφισμός ως πρόγραμμα

«Για να συντρίψεις την μπουρζουαζία πρέπει να την αλέσεις ανάμεσα στις μυλόπετρες της φορολογίας και του πληθωρισμού.»
Βλαντιμίρ Ιλίτς Λένιν

Η​​ κληρονομιά των ολοκληρωτισμών παραμένει ισχυρή, όσο κι αν πιστέψαμε ότι μετά το 1945 και μετά το 1989 όλοι είχαν πάρει τα μαθήματά τους. Ομως τα ιδεώδη του απόλυτου θριάμβου ή της ηρωικής ήττας, η οποία αφήνει πίσω της μιαν εποποιία να εμπνέει τις επόμενες γενιές, μάλλον δεν θα εκλείψουν εύκολα. «Πιστεύω σε ένα μόνο πράγμα, στη δύναμη της ανθρώπινης θέλησης», δήλωνε ο Στάλιν, ενώ ο Γκέμπελς, λίγο πριν πέσει το Βερολίνο, υποστήριζε πως «μόνο η ηττοπάθεια οδηγεί στην ήττα». Ως προς αυτό, κυρίως, οι ολοκληρωτισμοί είναι ολοκληρωτισμοί: δεν ορρωδούν προ του «pereat mundus». Αν το πραγματικό δεν μπορεί να σταθεί στο ύψος της ιδέας, ας αφανιστεί.

Μεγάλα αισθήματα, μεγάλα οράματα, η έκσταση της μυθικής καθοσίωσης και μια μηδενιστική αγαλλίαση πλαισιώνουν, εξίσου, την προοπτική περίλαμπρης νίκης όσο κι εκείνη της μεγαλειώδους ήττας. Το σύνθημα που κυριαρχεί από δεκαετίες σε πανεπιστημιακούς τοίχους: «Εμπρός για της γενιάς μας τα Πολυτεχνεία», φανερώνει το μέγεθος της δυσφορίας απέναντι σε μια ομαλή ζωή σε δημοκρατικές κοινωνίες, με κοινή για όλους δικαιοσύνη κι ελευθερία στον καθένα να επιδιώκει ό,τι δεν εμποδίζει επιδιώξεις άλλων. Αντίθετα, αυτό το σύνθημα παρακινεί σε ένδοξους θανάτους, εγγραφές σε μαρτυρολόγια κι ακατάπαυστους αγώνες για την επίτευξη στόχων που κανείς δεν προσδιορίζει ακριβώς. «Ενας άλλος κόσμος είναι εφικτός», και ό,τι ήθελε προκύψει.

Ο Λεωνίδας και οι 300 του ή ο Κόιντος Φάβιος Μάξιμος που, παρά τις ήττες στη λίμνη Τρασιμένη και τις Κάννες, κατάφερε να νικήσει τον Αννίβα αναβάλλοντας τη μετωπική σύγκρουση κι αφήνοντάς τον να χαλαρώνει με τα θέλγητρα της Καπύης, αποτέλεσαν ηρωικά πρότυπα για την προπαγάνδα των ναζί, στο τέλος του πολέμου, όπως η Κομμούνα του Παρισιού ή η Κόκκινη Βιέννη για εκείνη των Μπολσεβίκων.

Σύγκρουση φυλών για τους μεν, πάλη των τάξεων για τους δε, δεν καταλήγουν σε συμβιβαστικές συμβιώσεις, αλλά μόνο σε ολοσχερείς κατατροπώσεις αντιπάλων ή σε μεγαλοπρεπείς ολέθρους. Στο δίλημμα «ελευθερία ή θάνατος», ο θάνατος μοιάζει πιο γοητευτικός, αφού οδηγεί αμεσότερα στην αθανασία.

Η Παρασκευή πριν από το δημοψήφισμα, με τους χορούς που στήθηκαν μετά τη συγκέντρωση στο Σύνταγμα, είναι ό,τι πιο χαρακτηριστικό. «Των γραφειοκρατών τη φάρα, που δεν αξίζει μια πεντάρα, την έχω βαρεθεί», ηχούσαν ουρανομήκεις οι στίχοι του Βολφ Μπίρμαν στη μουσική του κ. Μικρούτσικου. Εμπρός να πεθάνουμε της πείνας δηλαδή, υπερήφανα αντιστεκόμενοι σε «Ευρωπαίους προφεσόρους». Κι ακόμη πιο ουρανομήκεις οι ιαχές θριάμβου μετά το 62% του «Οχι», το βράδυ της Κυριακής. Αλλά αντί ενός φρικτού τέλους επιλέχθηκε η φρίκη χωρίς τέλος, σε μια πορεία προς την ίδια ένδοξη καταστροφή.

Οι αγρότες προτιμούν να αφανιστούν, αφανίζοντας και όλη την εμπορική ζωή της χώρας, παρά να συμβιβαστούν με μια κυβέρνηση την οποία κατά πλειονότητα ψήφισαν, ενώ η κυβέρνηση προτιμά τη συνολική κατάρρευση, παρατείνοντας επ’ άπειρον τις διαπραγματεύσεις με τα ιδιότυπα σοβιέτ αγροτών, αντί να υποχωρήσει παραιτούμενη. Υποχωρεί βέβαια ως προς τις ιδιωτικοποιήσεις δημόσιας περιουσίας (αεροδρόμια, λιμάνια, Σκουριές), μα κάνει το παν για να παρακωλύει τις σχετικές συμφωνίες. Εννοεί να τιμωρήσει τον καθ’ ομολογίαν δολοφόνο και τους λοιπούς μαχαιροβγάλτες της Χρυσής Αυγής, αλλά αφήνει ανενόχλητη τη γραφειοκρατία που εμποδίζει την τιμωρία. Περηφανεύεται για την καλοσύνη ενός λαού που ανιδιοτελώς περιθάλπει πρόσφυγες, μα από αναβολή σε αναβολή έχει καταστήσει ένα δυσεπίλυτο πρόβλημα άλυτο πρόβλημα. (Το «αποθανέτω η ψυχή μου μετά των αλλοφύλων» εντάσσεται επίσης σε προοπτική επικής καταστροφής.) Αφού δεν είναι σε θέση να περιορίσει την ανεργία, προτείνει γιουρούσια εκδίκησης καταχραστών. Αφού δεν κάνει πλούσιους τους φτωχούς, κάνει τουλάχιστον και τους πλούσιους φτωχούς. Προσάπτει στους αντιπάλους της «ταξικό μίσος», ενώ αυτό κυρίως ενεργοποίησε για να κερδίσει σε δύο εκλογές. Κι όταν αδυνατεί να αντιμετωπίσει επικριτές προωθεί τον έλεγχο της κριτικής.

Κοντολογίς, ήρθε στην εξουσία με βασικό επιχείρημα το «πόσο χειρότερα μπορούν να γίνουν τα πράγματα;» και τώρα προσπαθεί να διαχειριστεί μια γενναία καταβαράθρωση, αναβάλλοντας οποιαδήποτε άλλη προοπτική λύσης. Απέναντι στην παράλυση του κράτους, ο κ. πρωθυπουργός εξακολουθεί να αναμασά το προεκλογικό του σύνθημα: η ελπίδα έρχεται. Η ελπίδα να επιβιώσουμε σε μόνιμη αθλιότητα ή η ελπίδα να χαθούμε ενδόξως όλοι μαζί, στο Κούγκι του κ. Καμμένου. Για την «πρώτη φορά αριστερά» η διαφορά δεν είναι τόσο κρίσιμη. Στο κάτω κάτω, εάν υπέρτατη επιδίωξη είναι να συντριβεί η μπουρζουαζία, το να συντριβούν οι πάντες φέρνει το ίδιο αποτέλεσμα.

Εξαιτίας των πολεμικών τακτικών του, ο Κόιντος Φάβιος Μάξιμος απέκτησε την προσωνυμία «Cunctator» – ο Αναβλητικός. Δεν ξέρω αν ο κ. Τσίπρας μείνει στην Ιστορία με κάποιον παρόμοιο τίτλο, από την αναβλητικότητα της δικής του πολιτικής τακτικής, όπως «Alexius Postponous», λ.χ. Ωστόσο, όταν κάποτε τον χάσουμε από τη Βουλή και πάψει να ασκεί τη γοητεία του Τσε Γκεβάρα με τη φωνή του Ανδρέα Παπανδρέου, σίγουρα θα αναφωνήσουμε, όπως ο Νέρων στην τελευταία ρήση του, «Qualis artifex pereo» – τι σπουδαίος ηθοποιός εκλείπει!

* Ο κ. Πέτρος Μαρτινίδης είναι ομότιμος καθηγητής του ΑΠΘ.