ΑΠΟΨΕΙΣ

Ηλιος και τσίπουρο

Μ​​​​η στεναχωριέσαι, μόνο τον ήλιο και το τσίπουρο δεν μπορούν να μας πάρουν» διαβεβαίωσε ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας τον αγροτοσυνδικαλιστή του ΚΚΕ Βαγγέλη Μπούτα, όταν εκείνος, προσφέροντάς του ένα μπουκάλι τσίπουρο παραγωγής του, είπε: «Αυτό θα είναι το τελευταίο γνήσιο αν περάσει ο νόμος. Μετά θα είναι μαϊμού».

αι ενώ για τον ήλιο δεν υπάρχει κάποια «απειλή» (θα σβήσει σε 4 δισ. χρόνια), με το τσίπουρο δεν συμβαίνει το ίδιο – ο πρωθυπουργός υπήρξε για ακόμη μία φορά υπεραισιόδοξος. Το τσίπουρο, που «κρατάει» από το Αγιον Ορος του 14ου αιώνα και μέχρι το 1988 θεωρούνταν κατεξοχήν οικιακό παρασκεύασμα, καθώς απαγορευόταν η πώληση αποσταγμάτων για απευθείας κατανάλωση και μόνο σε τοπικό επίπεδο οι αμπελουργοί το εμπορεύονταν, δεν μπορεί να διατεθεί χύμα χωρίς παραστατικά, ενώ απειλείται με βαριά φορολογία. Η Κομισιόν ζήτησε για το εμφιαλωμένο τσίπουρο να διπλασιαστεί ο Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης και να μην ισχύσει ο μειωμένος κατά 50% φόρος που προβλέπεται για τα εθνικά ποτά (π.χ. ούζο). Μια τέτοια εξέλιξη θα περιόριζε την ανάπτυξη του κλάδου. Επιπλέον, θα ενίσχυε την ήδη εκτεταμένη φοροδιαφυγή του χύμα και τη λαθρεμπορία. Δηλώνονται 8 με 9 εκατ. λίτρα χύμα ποτού, ενώ κυκλοφορούν 29 με 30 εκατ. – τα 2/3 αυτής της ποσότητας είναι παρανόμως εισαγόμενο κακής ποιότητας τσίπουρο από γειτονικές χώρες, ολέθριο για την υγεία και τα δημόσια ταμεία, όμως για τους κοντραμπαντιέρηδες «χρυσό».

Καθόλου απρόσβλητο αειθαλές διάφανο ελληνικό ατού, λοιπόν, το τσίπουρο. Μαζί του σέρνει όλη την παθογένεια της ελληνικής οικονομίας, τις στρεβλώσεις που έγιναν δεύτερος εαυτός μας. Ομως πακεταρισμένο μαζί με τον ήλιο σε λαμπρή συσκευασία, κατά το πρότυπο «ήλιος – θάλασσα», λειτουργεί σαν ένα πολυσήμαντο μήνυμα που απευθύνεται στο θυμικό, ενώ παράλληλα ξυπνά τα ηρωικά χαρακτηριστικά του κατατρεγμένου έθνους, του παγιδευμένου σε μια αδιάκοπη σειρά βίαιων κρίσεων («δεν μπορεί κανείς να μας το πάρει», όπως λέει και ο ποιητής).

Ηλιος και τσίπουρο. Κάτι σαν υπόσχεση ότι είναι ανθεκτικά και επαρκή τα ελάχιστα αποθέματά μας, κάτι σαν ριπή αισιοδοξίας. Μια γρήγορη εικόνα ειρηνεμένης ώρας, όταν εισπνέεις ήλιο και εκπνέεις πληρότητα, αναλογιζόμενος/η πόσα λίγα χρειάζεται ο άνθρωπος για να ευτυχεί. Ο πανικός έχει ανάγκη από ένα όνομα για να βαφτίσει αλλιώς τη σκιά της τρωθείσας ισχύος. Διότι δίπλα ακριβώς στο σύμβολο της απαντοχής μας μαίνεται η πολύπλευρη καταιγίδα: προσφυγική παλίρροια σε νησιωτική και ηπειρωτική χώρα, αποκλεισμός μες στη βαλκανική αυλή μας, σημάδια εξόδου από τη Σένγκεν, μετέωρη διαπραγμάτευση, κοινωνική ανησυχία, καμία προσδοκία για από μηχανής σωτηρία.

Κι όμως είχε δράση τονωτικού, το αυτοσχέδιο στερεότυπο. Κι ας μην κληροδοτεί στους κατοπινούς παρά έναν απλοϊκό μύθο που δεν γονιμοποιεί την πορεία του πνεύματος, που αγκομαχεί για μια επιφανειακή σοβαρότητα, για μια πραγματικότητα με απλές ισότητες, για έναν κόσμο χωρίς αλλαγές σκυτάλης, ομοιογενή, ευθύγραμμο. Η απλοποίηση του κόσμου υπό μορφή ποιητικής πρόσθεσης: ήλιος και τσίπουρο.

Υπερνικά τα πάντα επειδή ξεφεύγει από τα πάντα. Από τα κακοφορμισμένα είδωλα, τις οδυνηρές στιγμές, τα λάθη τα μεταμφιεσμένα σε αρχές, το αθεμελίωτο σύστημα ελπίδων. Την ιστορία – μια ορδή που λαχανιάζει ανάμεσα σε όνειρα και εγκλήματα…