ΑΠΟΨΕΙΣ

Εκλογές και διχασμός

Μία λέξη αναδεικνύει τον αρχηγό της όποιας αξιωματικής αντιπολιτεύσεως σε σοβαρό διεκδικητή της εξουσίας. Η λέξη «εκλογές» και τελικώς την εξεστόμισε προχθές στη Βουλή ο πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας, Κυριάκος Μητσοτάκης. Δεν φαίνεται μάλλον να αρκεί ότι στη διάρκεια των τελευταίων δεκαπέντε μηνών οι Ελληνες πολίτες εκλήθησαν να εκφράσουν την ετυμηγορία τους. Μπορεί να οδηγηθούμε και τέταρτη φορά στις κάλπες και ίσως η συχνότητα των εν Ελλάδι εκλογικών αναμετρήσεων φθάσει εκείνη των δημοψηφισμάτων στην Ελβετία.

Μόνον που την προηγουμένη της συζητήσεως στη Βουλή, ο κ. Μητσοτάκης είχε διατυπώσει πρόταση υπέρ της διασφαλίσεως «σταθερών εκλογικών κύκλων» ώστε να περιορίζονται οι αφορμές προώρου προσφυγής στις κάλπες. Αλλά εννοούσε προφανώς μετά την αναθεώρηση του Συντάγματος.

Ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας δεν εξέπληξε. Ακολουθώντας τη διαδικασία μεταλλάξεως από ηγέτη «μπολσεβικικού κινήματος», πανευρωπαϊκών διαστάσεων, σε εναρμονισθέντα εταίρο του ευρωπαϊκού κατεστημένου, κατέθεσε στη Βουλή αντίγραφα του ΦΕΚ με νομοθετικές ρυθμίσεις της κυβερνήσεως  του  προκατόχου του, Αντώνη Σαμαρά, δηλωτικών –ως υπεστήριξε– των παρεμβάσεων  στη  Δικαιοσύνη  με  στόχο την  εξυπηρέτηση των συμφερόντων της διαπλοκής.

Είναι εξαιρετικά αμφίβολο εάν οι εν λόγω νομοθετικές ρυθμίσεις μπορεί καθ’ οιονδήποτε τρόπο να αναθεωρηθούν, αλλά πολιτικώς και εν όψει της αξιολογήσεως –όταν αυτή ολοκληρωθεί– η δημιουργία εντάσεως και ως εκ τούτου η απόδοση ευθυνών στην προηγούμενη κυβέρνηση είναι το «αίμα στην αρένα» που πρέπει να χυθεί για να αντισταθμισθούν τα νέα μέτρα πτωχοποιήσεως της κοινωνίας. Κάθε πολίτης εξοικειωμένος –έστω επιδερμικά– με την πολιτική ανέμενε τη συμπεριφορά αυτήν.

Τα μόνα σημεία από τις αγορεύσεις του κ. Τσίπρα με σημασία πολιτική είναι η ενθάρρυνση και η πλήρης κάλυψη των δικαστών που διερευνούν τις «υποθέσεις της διαπλοκής» και τα εύσημα προς τους άνδρες της αστυνομίας που εξάρθρωσαν προσφάτως κύκλωμα εκβιαστών. Κάθε κυβέρνηση στηρίζεται στον κρατικό μηχανισμό για να εφαρμόσει την πολιτική της και όλα τα άλλα εξυπηρετούν θεατρικές ανάγκες.

Η όλη συζήτηση είχε έντονα ταξικό χαρακτήρα, γιατί αυτό εξυπηρετεί τον κ. Τσίπρα, και ο κ. Μητσοτάκης συνέβαλε εξ ιδιοσυγκρασίας για να ενισχυθεί η εντύπωση αυτή – δεν έχει, εξάλλου, σχέση με τη λαϊκή Δεξιά. Το αποτέλεσμα ήταν ένα πολιτικό παράδοξο, καθώς όχι μόνον ο ΣΥΡΙΖΑ, αλλά επίσης οι Ανεξάρτητοι Ελληνες και η Χρυσή Αυγή εστράφησαν με μεγαλύτερη ενίοτε βιαιότητα από τη «ριζοσπαστική Αριστερά» εναντίον της Ν.Δ. του κ. Αντώνη Σαμαρά και του ΠΑΣΟΚ επί της προεδρίας του κ. Ευάγγελου Βενιζέλου.

Οι ιδεολογικές διαφορές που εδέσποζαν στην πολιτική παραμερίστηκαν και η επίθεση των ηγετών των τριών αυτών κομμάτων εστιάζεται στο πολιτικό και οικονομικό κατεστημένο που ανδρώθηκε επί των κυβερνήσεων  του  κ. Κώστα Σημίτη. Πρόκειται για ένα  νέο  διχασμό, διαφορετικής μορφής από όσους ταλαιπώρησαν τη χώρα κατά το παρελθόν.