ΑΠΟΨΕΙΣ

Σήκω, ψυχή μου, δώσε ρεύμα

Επέλεξε την «Ωδή στον Γεώργιο Καραϊσκάκη» για να κλείσει μια βραδιά που δεν έλεγε να κλείσει με τίποτα. Κάθε φορά που ο Διονύσης Σαββόπουλος με την Ελένη Βιτάλη αποχαιρετούσαν το κοινό και έφευγαν από τη σκηνή, ρυθμικά χειροκροτήματα και φωνές «κι άλλο, κι άλλο» τους επανέφεραν.

Προχθές βράδυ στο «Κύτταρο» ήταν η τελευταία βραδιά του προγράμματος «Σήκω ψυχή μου, δώσε ρεύμα», που κράτησε, με συνεχείς παρατάσεις λόγω μεγάλης προσέλευσης, τρεις μήνες.

Τι είναι αυτό που συνέχει το κοινό του Δ. Σαββόπουλου, τόσο ευρύ ηλικιακά και κοινωνικά, εδώ και πέντε δεκαετίες, καθιστώντας το έργο του μοναδικό; Τι είναι αυτό που επικαιροποιεί τους στίχους του διαρκώς, έτσι ώστε κάθε φορά που τραγουδάς «όπου κοιτάζω να κοιτάζεις/ όλη η Ελλάδα ατέλειωτη παράγκα», να συνοψίζεται η, κάθε φορά, πραγματικότητα της χώρας, έστω κι αν το τραγούδι γράφτηκε πριν από δεκαετίες; Ή να εξακολουθείς να κρυφογελάς με «τον χειμώνα ετούτο άμα τον πηδήξουμε» ή να βλέπεις μπροστά σου τον «επαρχιώτη στην Ομόνοια μες στο ψιλόβροχο, αρχές του Μάη», σιγοψιθυρίζοντας «μετανάστης στην Ομόνοια»…

«Θα προτιμούσα να έχουν ξεπεραστεί τα τραγούδια μου και να έχει προχωρήσει η χώρα», σχολιάζει ο ίδιος από σκηνής, ξέροντας πως ό,τι και να πει, ως χαρισματικός αφηγητής που είναι, θα αφήσει κάποιο ίχνος. «Αυτοί που ζουν περισσότερο στην Ελλάδα είναι οι νεκροί, μετά έρχονται οι συνταξιούχοι και τελευταίοι οι εργαζόμενοι!», λέει κάποια άλλη στιγμή, ενώ οι κοινωνικές αναφορές αναμειγνύονται με ιστορίες από τον Χατζιδάκι, τον Σακελλάριο και τον Χαιρόπουλο, την Κατοχή ή τα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης. Μερικές από τις ιστορίες μπορεί να είναι ήδη γνωστές, αλλά κι αυτές ηχούν σαν να ακούγονται για πρώτη φορά.

Για τον Σαββόπουλο και την τέχνη του, για τα έργα του και τις σκέψεις του, έχουν γραφτεί και συνεχίζουν να γράφονται πολλά. Κάποιοι τον συμπαθούν πολύ, κάποιοι λιγότερο, σε άλλους είναι αδιάφορος. Υπάρχουν πάντα και οι ξινοί και χολερικοί που θα θυμούνται και θα εστιάζουν μόνο σε ορισμένες ατυχείς παρεμβάσεις του. «Το έχω πει και παλιότερα, εμείς του ’60 οι εκδρομείς είμαστε δίψυχοι: συντηρητικής ψυχοσύνθεσης και συμπεριφοράς ανατρεπτικής», απαντά με τον τρόπο του (στη Μάρω Βασιλειάδου, «Κ» 28/02/2016).

Ομως εδώ βάζουμε τελεία στην περιγραφή.  Γιατί  εκείνο που μέτρησε και βάρυνε στην προχθεσινή βραδιά ήταν «η συνάντηση».

Το συναπάντημα με τη ζωή μας, που την είδαμε σε μια οθόνη να βουλιάζει από εικόνες που «ξεχύνονταν μεμιάς»· δικές μας και των φίλων μας, της παρέας μας, των γύρω τραπεζιών που δεν γνωρίζαμε, των δεκάδων, επώνυμων και ανώνυμων που είχαν γεμίσει την αίθουσα και κρέμονταν σαν τσαμπιά από τον εξώστη.

Τη ζωή μας τραγουδήσαμε, πενθήσαμε και (ξανα)αγαπήσαμε, μέσα σε μια βραδιά. Και σ’ αυτόν τον απολογισμό δεν είμαστε μόνοι, τον μοιραστήκαμε και με άλλους, πολλούς. Με κοινές λέξεις, ίδιους στίχους, διαφορετικούς τρόπους.

«Είναι αυτό το κοινό αίσθημα που μας λείπει φρικτά», συνόψισε στο τέλος ο Δ. Σαββόπουλος. «Δεν θα επιβιώσουμε χωρίς αυτό». Η πόλωση, τα δηλητήρια του δημόσιου βίου, ο κατακερματισμός, η διάλυση, ο πόνος και η απελπισία των «ξένων» σκηνιτών, η διογκούμενη απειλή της τρομοκρατίας, η εκτός ελέγχου χώρα και ο εκτός ελέγχου κόσμος ήταν ένα βάρος που κατανεμήθηκε για λίγο, έγινε πιο υποφερτό. Γιατί, ναι, υπάρχουν στιγμές που νιώθεις ότι «ο κόσμος είναι αδιάβατος». Οτι «εδώ είναι Βαλκάνια/ δεν είναι παίξε γέλασε». Και τότε εμφανίζεται κάποιος που «παίρνει την ευθύνη», που «είναι αρχηγός/ σ’ αυτό το πανηγύρι». Ετσι και προχθές το βράδυ. Κάποιος μας «κοίταξε στα μάτια» και «πήρε την ευθύνη». Και ήταν τόσο ανακουφιστικό.