ΑΠΟΨΕΙΣ

O Φαμπρ και το αναπόφευκτο

Φ​​έτος το καλοκαίρι –πάντα υπό την προϋπόθεση ότι η χώρα θα καταφέρνει ακόμη να επιπλέει κακήν κακώς στην επιφάνεια του πελάγους– θα γίνει, κατά το παροιμιώδες, «της κολάσεως» με το Φεστιβάλ. Είναι δε απολύτως βέβαιο ότι ο αδαής περί την ελληνική πραγματικότητα Γιαν Φαμπρ δεν έχει καν αρχίσει να υποψιάζεται σε τι πανηγύρι έχει μπλέξει. Πόσο να καταλαβαίνει ένας άνθρωπος που κυκλοφορούσε στην ανοιξιάτικη, ηλιόλουστη Αθήνα των 22 βαθμών φορώντας μεσημεριάτικα tweed παλτό με γούνινο γιακά; (Δεν το έβγαζε από πάνω του μάλιστα! Ακόμη και στο γραφείο του πρωθυπουργού, καθόταν απέναντι στον Τσίπρα τυλιγμένος με το παλτό του. Αναρωτιέμαι αν κοιμήθηκε με αυτό…).

Απορώ, μάλιστα, με την αισθητή αγανάκτηση για το πρόσωπό του, κυρίως από τον Τύπο, μετά τη συνέντευξη όπου παρουσίασε το πρόγραμμα του Φεστιβάλ. Ο Φαμπρ δεν φταίει σε τίποτα. Αυτός είναι και δεν το κρύβει: ένας νοσηρά εγωκεντρικός και ιδιόρρυθμος καλλιτέχνης είναι, ο οποίος επιδιώκει την πρόκληση και θεωρεί την ύπαρξή του δώρο στην ανθρωπότητα. Δεν έχει καμία απολύτως σχέση με τη δουλειά που του ανέθεσαν και το παραδέχεται ευθαρσώς. Τι πιο φυσικό, λοιπόν, παρά να κάνει τον εαυτό του φεστιβάλ. Ο,τι καλύτερο, σημαντικότερο, πολυτιμότερο ξέρει σε αυτό τον κόσμο είναι ο εαυτός του και τον προσφέρει ολόκληρο στο Φεστιβάλ, έναντι τιμής «εξαιρετικά ευνοϊκής και χαμηλής», όπως πληροφορηθήκαμε αρμοδίως.

Στον σημερινό κόσμο μας, με τον τομέα της ψυχαγωγίας να έχει εξελιχθεί σε μια τεράστια, παγκόσμια αγορά για τα γούστα κάθε επιπέδου, τη διεύθυνση ενός φεστιβάλ μπορεί να την ασκήσει με επιτυχία μόνον ένας από τους επαγγελματίες μάνατζερ του συγκεκριμένου χώρου. Χρειάζεται, δηλαδή, κάποιος ο οποίος θα γνωρίζει άριστα την ανθρωπογεωγραφία του χώρου, θα καταλαβαίνει πλήρως την τεράστια ευθύνη της παραγωγής, θα έχει ο ίδιος καλλιεργημένο καλλιτεχνικό κριτήριο και ενημέρωση, θα μπορεί να διοικήσει μια ομάδα ανθρώπων συχνά ανισόρροπων έως και φρενοβλαβών (καλλιτέχνες…) και θα μπορεί να κρατάει την οικονομική λειτουργία του φεστιβάλ υπό έλεγχο. Τέτοιο διευθυντή το Φεστιβάλ είχε και τον έλεγαν Γιώργο Λούκο. Αλλά η κυβέρνηση δεν τον ήθελε και τον απομάκρυναν συκοφαντώντας τον. Ετσι ήθελαν, και τίποτα δεν μπορούσε να τους αλλάξει τα μυαλά. Εστω. Ομως, δεν δίνεις το Φεστιβάλ σε έναν άσχετο, μονομανή και εγωπαθή (διακεκριμένο, μολοντούτο…) για να το κάνει «σαν τα μούτρα του». Ε, όχι!

Η ντροπή για την επιλογή του άσχετου είναι ολόκληρη του υπουργού Πολιτισμού, ο οποίος, όπως και κατά τη θητεία του στο Παιδείας, δείχνει και τώρα ότι βλέπει την εξουσία σαν ευκαιρία για να αφεθεί στη σαγήνη που του ασκεί η δυνατότητα να καταστρέψει τον κόσμο από τον οποίον προήλθε. Γιατί, λ.χ., αυτή η περιττή αλλαγή της ονομασίας του Φεστιβάλ από «ελληνικό» σε «διεθνές»; Δεν υπήρχε λόγος, γιατί το Φεστιβάλ επί Λούκου ήταν διεθνές, δεν χρειαζόταν να το ονομάσει ένας υπουργός για να γίνει. Είναι κάτι περισσότερο όμως από τον τυπικό βολονταρισμό της Αριστεράς, που νομίζει ότι με λέξεις και προθέσεις αλλάζει ως διά μαγείας την πραγματικότητα. Είναι μάλλον μια βαθιά αντιπάθεια, μερικές φορές ακόμη και μίσος, για οτιδήποτε ανεξαιρέτως έχει σχέση με την Ελλάδα ή την ελληνικότητα. Αυτό είναι το πρόβλημά τους και πρόκειται για αντιπάθεια που στρέφεται κυρίως προς τον ίδιο τον εαυτό τους.

Φυσικά, το θέμα του Φεστιβάλ δεν είναι τέτοιου μεγέθους ώστε να μπορεί να ρίξει μια κυβέρνηση. Η βασική αιτία της αναπόφευκτης πτώσης της, όμως, εντοπίζεται και στον απερίγραπτο χειρισμό του ζητήματος του Φεστιβάλ: είναι ο συνδυασμός πρωτοφανούς ανικανότητας με νοσηρή ιδεοληψία. Αυτές οι ξεχωριστές ιδιότητες της διακυβέρνησης Συριζανέλ προκαλούν τα σημάδια της κατάρρευσης, που πυκνώνουν γύρω μας καθημερινά. Η αξιολόγηση δεν πάει, παρά τις ευχές και τις ελπίδες που προσφέρονται αφειδώς, ενώ την ίδια ώρα το μεταναστευτικό μοιάζει να εξελίσσεται προς την κοινωνική έκρηξη που κάθε λογικός άνθρωπος απεύχεται. Στον Πειραιά, μετανάστες επιτίθενται σε λιμενοφύλακες και τους υποχρεώνουν να απελευθερώσουν έναν συλληφθέντα ο οποίος απειλούσε οπλισμένος με μαχαίρι. Στη Χίο, διαλύουν το κέντρο κράτησης και διαδηλώνουν ζητώντας να μην επιστραφούν στην Τουρκία. (Αλήθεια, ακόμη και αν λειτουργήσει εν τέλει η συμφωνία με τους Τούρκους, πιστεύει κανείς ότι θα είναι εύκολη δουλειά η «επαναπροώθηση»;)

Στην Αθήνα, εν τω μεταξύ, η κυβέρνηση εμφανώς παραπαίει. Τα επιχειρήματα της, λ.χ., για τα οικονομικά μέτρα που πρέπει να περάσει είναι παιδαριώδη, του τύπου «εσείς κάνατε 12 μειώσεις στις συντάξεις, εμείς μία». Σαν να λέμε, με άλλα λόγια, ότι εμείς κερδίζαμε 12-0, βάλατε και εσείς ένα, πώς κάνετε έτσι; Στο μεταναστευτικό, οι λεγόμενοι «53» διαφωνούν με τη συμφωνία Τουρκίας – Ε.Ε. Δεν θα καταψηφίσουν, βέβαια, αλλά η αντίδραση συσσωρεύεται και δεν θα αργήσει να εκδηλωθεί.

Επειτα, ο αντιπερισπασμός διά της διαπλοκής δεν λειτούργησε, χάρη κυρίως στην εξαιρετική εμφάνιση του Κυριάκου Μητσοτάκη στη Βουλή. Τέλος, δεν λείπει ποτέ ο περιστασιακός ελαφρόμυαλος που θα πετάξει την αρλούμπα του και θα αναστατώσει το σύμπαν. Πρόσφατο κρούσμα ήταν του Μπαλάφα. O συνήθως ψιλοθυμωμένος (είναι το στυλ του…), αφ’ υψηλού και δήθεν χαριτωμένος υφυπουργός από την Κέρκυρα μας έδειξε πόσο κοντά είναι ο λαϊκισμός με τον φασισμό, όταν με ύφος περισπούδαστο μας είπε, πάνω κάτω, ότι ο λαός θέλει κρεμάλες και η επιθυμία του πρέπει κάπως να ικανοποιηθεί.

Ολα αυτά είναι σημεία υστερίας και πανικού που προηγούνται της κατάρρευσης. Καταλαβαίνω απολύτως πόσο γαντζωμένοι είναι στην εξουσία και πόσο δύσκολα θα την αφήσουν, όμως ένα τέτοιο τσίρκο, σε μια τόσο κρίσιμη ιστορικά περίοδο δεν μπορεί να πάει για πάρα πολύ ακόμη. Ηταν λογικό, επομένως, να θέσει η Νέα Δημοκρατία ζήτημα εκλογών κατά την πρόσφατη συζήτηση στη Βουλή. Κανείς δεν θέλει εκλογές, αλλά το ζήτημα δεν είναι ποιος τις θέλει και ποιον συμφέρουν. Το επιβάλλουν ο ρεαλισμός και η ευθύνη· γιατί, πολύ απλά, δεν γίνεται να τις αποφύγουμε.