ΑΠΟΨΕΙΣ

Το σκληρό δίλημμα του προσφυγικού

Α​​ύριο αρχίζει η αναγκαστική επιστροφή προσφύγων και μεταναστών από την Ελλάδα προς την Τουρκία στο πλαίσιο της συμφωνίας Ε.Ε. – Τουρκίας. Από τους περίπου 52.000 πρόσφυγες και μετανάστες που βρίσκονται στη χώρα, 5.000 είναι στα νησιά, υποψήφιοι για έξωση. Θα είναι πολύ δύσκολο για την Ελλάδα να διαχειριστεί μια τόσο φορτισμένη κατάσταση. Οι άνθρωποι που θα οδηγούνται πίσω προς την Τουρκία επένδυσαν χιλιάδες ευρώ για να φθάσουν στην Ευρώπη, ο πόλεμος και η φτώχεια τούς ανάγκασαν να θέσουν σε κίνδυνο τη δική τους ζωή και τη ζωή των παιδιών τους. Δεν θα φύγουν ησύχως.

Οσο η Ελλάδα ήταν σχεδόν αμέτοχο κομμάτι της διαδρομής των προσφύγων και μεταναστών, η συνύπαρξη με πάνω από ένα εκατ. ανθρώπους που πέρασαν απ’ εδώ ήταν εύκολη. Οι φιλοξενούμενοι είχαν το βλέμμα τους στον τελικό προορισμό και στην Ελλάδα βρήκαν ζεστό καλωσόρισμα, ενώ συνέχιζαν την πορεία προς τον Βορρά. Οταν έκλεισαν τα σύνορα στα Βαλκάνια, όταν τέθηκε σε ισχύ η συμφωνία Ε.Ε. – Τουρκίας, η Ελλάδα αναγκάστηκε να πάρει θέση. Δεν μπορούσε να είναι και με τους πρόσφυγες και με τους εταίρους που συνήψαν τη συμφωνία. Η κυβέρνηση δεν μπορούσε να παριστάνει πια τη ΜΚΟ, που μόνο στόχο έχει να διευθετήσει τη διέλευση των περαστικών, έπρεπε να συνταχθεί με τις υπόλοιπες χώρες της Ε.Ε. για να υπάρξει μια ενιαία πολιτική πάνω στο θέμα. Ο Αλέξης Τσίπρας αναγνώρισε ότι εάν δεν τηρούν τους κανόνες όλες οι χώρες θα ακολουθούσε το χάος. (Στο ζήτημα της οικονομίας είχε άλλη άποψη πριν από ένα χρόνο, πριν αναγκαστεί από τους εταίρους να «συμμορφωθεί»).

Το προσφυγικό και η ατέρμονη «διαπραγμάτευση» που ακόμη δεν οδήγησε στην αξιολόγηση της οικονομίας ακολουθούν το ίδιο σχήμα. Ο ΣΥΡΙΖΑ εξελέγη τον Ιανουάριο του 2015 με την υπόσχεση ότι θα γιάτρευε με μαγικό τρόπο όλες τις πληγές του λαού, θέτοντας τέλος στη λιτότητα και στις μεταρρυθμίσεις. Υπουργοί, βουλευτές, στελέχη απολάμβαναν την αγάπη του κόσμου, που τόσο είχαν επιδιώξει. Στην πορεία, κυβέρνηση, κομματικά στελέχη και λαός ανακάλυψαν τα όρια του βολονταρισμού. Ο κ. Τσίπρας αναγκάστηκε να θέσει το συμφέρον της χώρας πάνω από την εξαντλημένη γοητεία των καλών προθέσεων. Η σύγκρουση με την πραγματικότητα δεν ήταν ούτε ευχάριστη ούτε έχει οδηγήσει ακόμη σε σταθεροποίηση της οικονομίας και της πολιτικής σκηνής.

Στο προσφυγικό ζήτημα, η κυβέρνηση είχε ως προτεραιότητα την ομαλή διέλευση των ανθρώπων που έφθαναν στα νησιά από την Τουρκία. Η αλληλεγγύη σε ανθρώπους που βρίσκονται σε ανάγκη επιβάλλεται, και η καλή διάθεση των Ελλήνων –της κυβέρνησης ώς ένα βαθμό, αλλά κυρίως εθελοντών, φορέων και ΜΚΟ– είναι από τα λίγα φωτεινά σημεία των τελευταίων χρόνων. Οταν, όμως, ο αριθμός προσφύγων και μεταναστών άρχισε να προκαλεί τριγμούς στη Γερμανία και σε άλλες χώρες προορισμού, όταν προέκυψε ανάγκη να μπουν όρια στην αλληλεγγύη, η Ελλάδα έπρεπε να συνταχθεί με τις υπόλοιπες χώρες, γνωρίζοντας ότι αλλιώς θα βρισκόταν εκτός της συμφωνίας Σένγκεν, να παλεύει μόνη με το κύμα ανθρώπων. Ετσι, ο κ. Τσίπρας υπέγραψε μια συμφωνία που ίσως δεν πίστευε ότι θα λειτουργούσε, αλλά η οποία επιβλήθηκε από τους εταίρους ως μόνη λύση. (Οπως και με το τρίτο μνημόνιο.)

Βρισκόμαστε στο σημείο όπου οι ελληνικές αρχές, τα σώματα ασφαλείας είναι υποχρεωμένα να επιβάλουν την έξωση ανθρώπων που διακινδύνευσαν τα πάντα για να έρθουν και οι οποίοι δεν θα συναινέσουν στην επιστροφή τους στην Τουρκία. Η κυβέρνηση λέει ότι δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει αστυνομική βία εναντίον τους. Η Υπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες ανησυχεί για τις συνθήκες υπό τις οποίες οι πρόσφυγες διαμένουν στην Ελλάδα και για τους κινδύνους που εγκυμονεί η επιστροφή τους στην Τουρκία. Η Διεθνής Αμνηστία καταγγέλλει ότι οι Τούρκοι επαναπροωθούν ανθρώπους προς τη Συρία και το Αφγανιστάν, παραβιάζοντας τουρκικούς, ευρωπαϊκούς και διεθνείς νόμους. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο για Πρόσφυγες και Εξόριστους (ECRE) καταγγέλλει πως η συμφωνία Ε.Ε. – Τουρκίας είναι «ανήθικη, παράνομη και μη λειτουργική».

Ολες οι καταγγελίες και ανησυχίες είναι σοβαρές, όμως ωχριούν μπροστά στην πραγματικότητα του πόνου και του φόβου των ανθρώπων που θα αντισταθούν στην έξωσή τους από την Ελλάδα. Την ίδια ώρα, η συμπόνοια δεν μπορεί να καλύψει την τραγική ανεπάρκεια των Αρχών στους χώρους όπου διαμένουν χιλιάδες πρόσφυγες και μετανάστες. Εμείς μπορεί να μάθαμε να ζούμε με την αδράνεια στην οικονομία και την πολιτική. Στο προσφυγικό, όμως, η παθητικότητα μπορεί να οδηγήσει σε έκρηξη, όπως παρατηρούμε ήδη σε καταυλισμούς που δεν αστυνομεύονται. Αυτό είναι το σκληρό δίλημμα: η αδράνεια που μπορεί να οδηγήσει σε χάος ή η επιβολή σκληρών αποφάσεων, που θα μας αναγκάσουν να δούμε εαυτούς αλλιώς, ως μέρος μιας ευρωπαϊκής συλλογικότητας. Εάν υπάρχει τρίτος δρόμος, πρέπει να τον βρούμε τάχιστα.