ΑΠΟΨΕΙΣ

Υποκλοπές και χρέος

Δεν είχαμε  που δεν είχαμε αξιοπιστία λόγω των συνεχών καθυστερήσεων και της μη εφαρμογής αυτών που συμφωνούμε, τώρα η συμπεριφορά μας κάνει ένα ποιοτικό άλμα. Κάνουμε και υποκλοπές. Αυτό πιστεύουν οι θεσμοί. Οχι μόνο το ΔΝΤ, αλλά και οι άλλοι. Τα στελέχη της Κομισιόν, της ΕΚΤ και του ΕΜΣ είναι βέβαια πλέον ότι είναι στόχοι ανάλογων δράσεων. Παράλληλα, ενώ σε κάθε ευκαιρία διατυμπανίζουμε τη σημασία που αποδίδουμε στην ελάφρυνση του χρέους, με την περίεργη διαχείριση που έκανε η κυβέρνηση είναι σαν να λέει ότι δεν τη θέλει. Στα μάτια των εταίρων, αλλά και διεθνών αναλυτών, ο τίτλος του ατυχούς επεισοδίου του περασμένου Σαββατοκύριακου ήταν: «Κάνουμε υποκλοπές, δεν θέλουμε ελάφρυνση χρέους».

Σε ό,τι αφορά το χρέος, επιλέγοντας τη σύγκρουση με το Ταμείο η ελληνική κυβέρνηση δείχνει να προτιμά την καθαρά ευρωπαϊκή διαχείριση του μνημονίου, έστω και αν η Γερμανία και οι άλλοι Ευρωπαίοι σε κάθε ευκαιρία υπογραμμίζουν την αντίθεσή τους στην απομείωση του ελληνικού χρέους. Την κυβερνητική ανάγνωση των συνομιλιών του διευθυντή Ευρώπης του ΔΝΤ με την επικεφαλής του ελληνικού προγράμματος, δεν ασπάζονται οι κορυφαίοι ξένοι παρατηρητές. Ο Μοχάμεντ Ελ Εριάν εκτιμά ότι οι απομαγνητοφωνημένες συνομιλίες των στελεχών του ΔΝΤ αφορούσαν «τον καλύτερο τρόπο με τον οποίο θα υποχρεωθούν οι πιστωτές της Ελλάδας να αποδεχθούν την αναδιάρθρωση του χρέους», ενώ ο Χιούγκο Ντίξον του Reuters χαρακτηρίζει «παράξενη» την επιθυμία του Αλέξη Τσίπρα να απαλλαγεί από έναν θεσμό που ζητά μεγαλύτερη ελάφρυνση χρέους για την Ελλάδα.

Το σίγουρο είναι πως με την όλη διαχείριση η κυβέρνηση ζημίωσε τη χώρα. Το ΔΝΤ είναι ο κατ’ εξοχήν σύμμαχός μας για την ελάφρυνση του χρέους. Επιπροσθέτως, παρά τις επικοινωνιακές κορώνες, που σε τακτικό επίπεδο είναι ατυχείς και σε στρατηγικό επικίνδυνες, ο διάλογος Τόμσεν – Βελκουλέσκου δείχνει ότι το ΔΝΤ πιέζει για μείωση των δύσκολων στόχων πρωτογενούς πλεονάσματος και σημαντική ελάφρυνση χρέους για την Ελλάδα.

Οσο για τις υποκλοπές, στην αυστηρή επιστολή της η κ. Λαγκάρντ αφήνει σαφώς να εννοηθεί ότι η Ελλάδα υποκλέπτει συνομιλίες στελεχών της. «Μια επιτυχής διαπραγμάτευση βασίζεται στην αμοιβαία εμπιστοσύνη και το επεισόδιο του Σαββατοκύριακου με προβλημάτισε για το εάν μπορούμε πράγματι να σημειώσουμε πρόοδο σε ένα κλίμα ακραίας ευαισθησίας με δηλώσεις εκατέρωθεν», αναφέρει και σημειώνει ότι για να δουλέψουν οι αξιωματούχοι του Ταμείου «είναι σημαντικό οι ελληνικές αρχές να διασφαλίσουν ένα περιβάλλον που σέβεται την ιδιωτικότητα των εσωτερικών συζητήσεων». Συμπληρώνει, δε, ότι «προκειμένου να ενισχυθεί περαιτέρω η διαφάνεια στον διάλογό μας, αποφάσισα να δημοσιεύσω αυτή την επιστολή στην ιστοσελίδα του ΔΝΤ». Με άλλα λόγια, «δεν σας εμπιστεύομαι». Η διολίσθηση δεν έχει τελειωμό. Για άλλη μια φορά, στον βωμό ενός επικοινωνιακού πυροτεχνήματος προς εσωτερική κατανάλωση, θυσιάζεται η αξιοπιστία της χώρας.