ΑΠΟΨΕΙΣ

Μακιαβελισμοί και τυχοδιωκτισμοί

Τα γεγονότα μιλούν από μόνα τους. Η υποκλοπή και η γνωστοποίηση του περιεχομένου της τηλεφωνικής συνομιλίας Π. Τόμσεν – Ντέλια Βελκουλέσκου ήταν, τυχαία ή όχι, πλήρως ενταγμένη στο πλαίσιο της επίθεσης που είχε εξαπολύσει κατά του ΔΝΤ η ελληνική κυβέρνηση από την αρχή των διαπραγματεύσεων για την αξιολόγηση. Η άμεση, σαν από καιρό προετοιμασμένη, απόπειρα της Αθήνας να δώσει τη δική της ερμηνεία σ’ αυτό το περιεχόμενο και να κλιμακώσει την επίθεσή της κατά του ΔΝΤ, επιβεβαιώνει τη βούλησή της να απαλλαγεί από την παρουσία του Ταμείου στην αξιολόγηση, έστω και με έναν χονδροειδή τρόπο που σίγουρα θα αφήσει αποτύπωμα στην ιστορία των διεθνών διαπραγματεύσεων. Αλλωστε, τίποτα απολύτως από όσα έλεγε στη διάρκεια της συνομιλίας με την υφισταμένη του ο Π. Τόμσεν ήταν διαφορετικό από τις θέσεις που είχε διατυπώσει πέντε εβδομάδες πριν (στις 12 Φεβρουαρίου, ενώ η συνομιλία έγινε στις 19 Μαρτίου) σε άρθρο του. Θέσεις που έχει υιοθετήσει και επίσημα το ΔΝΤ.

Η απόφαση της κυβέρνησης να επιδιώξει τη σύγκρουση με το ΔΝΤ αποτελεί ουσιαστικά μία νέα «κωλοτούμπα», καθώς η ίδια ζήτησε τη συνέχιση της συνεργασίας μαζί του (και της δανειοδότησης) με επιστολή του υπουργού Οικονομικών Ευκλ. Τσακαλώτου τον περασμένο Ιούλιο, πιθανότατα κατόπιν πίεσης από τους εταίρους δανειστές, ιδιαίτερα από τη Γερμανία. Αυτή η «κωλοτούμπα» όμως αποτελεί προϊόν μιας ακόμη μεγαλύτερης «κωλοτούμπας», από τις άφθονες τις οποίες έχει πραγματοποιήσει η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ στη διάρκεια της θητείας της. Εως τώρα η ρύθμιση του χρέους ήταν βασική επιδίωξη στη ρητορική της κυβέρνησης, η οποία ταυτόχρονα απέρριπτε μετά βδελυγμίας την άποψη Βενιζέλου ότι μέχρι το 2022 δεν υπάρχει πρόβλημα. Με αυτή την έννοια, ο Αλ. Τσίπρας και το επιτελείο του βρίσκονταν στην ίδια γραμμή με το ΔΝΤ. Οι αλλεπάλληλες δηλώσεις Σταθάκη, Τσακαλώτου και Παππά των τελευταίων ημερών δείχνουν την εγκατάλειψη της συγκεκριμένης επιδίωξης, αφού και ο Β. Σόιμπλε τονίζει ότι δεν υπάρχει θέμα ώς το 2022… Αρα, η ρύθμιση του χρέους δεν αποτελεί πια προτεραιότητα.

«Κωλοτούμπα» επί «κωλοτούμπας» λοιπόν για δύο λόγους. Ο πρώτος είναι ότι τα μέτρα και οι μεταρρυθμίσεις που απαιτεί το ΔΝΤ είναι πιο ουσιαστικά μεσο-μακροπρόθεσμα, αλλά πιο βαριά. Η επιλογή της απόρριψής τους ελπίζεται ότι θα ανακουφίσει σε ένα βαθμό την κυβέρνηση και ταυτόχρονα προσφέρει μία υπηρεσία στη Μέρκελ, αφού μία από τις απαιτήσεις του ΔΝΤ ήταν (και παραμένει;) η ρύθμιση του χρέους. Με αυτή την έννοια, η κυβέρνηση προσδοκά ότι τα μέτρα τα οποία θα συμφωνηθούν με τους εταίρους, θα είναι μεν βαριά, αλλά ελαφρότερα κάπως από εκείνα του ΔΝΤ. Ο δεύτερος λόγος είναι καθαρά επικοινωνιακής πολιτικής. Ο φόβος της κυβέρνησης είναι ότι ενδεχομένως θα έχει διαρροές όταν φτάσουν στη Βουλή τα μέτρα, ίσως να μην περάσουν και επομένως μπορεί να επιφέρουν και την πτώση της. Με λίγα λόγια, η απειλή προέρχεται από την «αριστερή» πτέρυγά της. Οπότε η στοχοποίηση του ΔΝΤ, του οργάνου του διεθνούς καπιταλισμού, χρησιμεύει για τη συσπείρωση του κομματικού μηχανισμού, της κοινοβουλευτικής ομάδας και των οπαδών, τώρα μάλιστα που τα ποιοτικά και ποσοτικά χαρακτηριστικά στις δημοσκοπήσεις πέφτουν. Με αυτή τη λογική κινήθηκε.

Το ερώτημα είναι αν θα της βγουν της κυβέρνησης οι μακιαβελισμοί και οι τυχοδιωκτισμοί. Προς το παρόν άγνωστο, κυρίως γιατί δεν ξέρουμε ακριβώς τι είπαν Μέρκελ και Λαγκάρντ στην προχθεσινή τους συνάντηση. Αυτό που γνωρίζουμε είναι ότι το ΔΝΤ παραμένει στη διαπραγμάτευση της αξιολόγησης και η προσπάθεια απομάκρυνσής του απέτυχε. Μένει να διαπιστωθεί αν, πότε και πώς θα κλείσει η αξιολόγηση και ποια θα είναι η συνέχεια.