ΑΠΟΨΕΙΣ

«Βγήκα λαθρομετανάστης»

​​​«Ο,τι λεφτά είχα τα έδωσα τότε σε μια συμμορία, μέσω ενός γνωστού μου, για να μου βγάλει διαβατήριο. Πώς τα καταφέρανε δεν ξέρω, πάντως είχε πάνω τη φωτογραφία μου και το όνομά μου. Δούλεψα λίγο, δανείστηκα και από τον αδερφό μου, μάζεψα τα λεφτά του εισιτηρίου κι έφυγα… Στη Γερμανία βρήκα γνωστούς, βρήκα δουλειά, μόνο χαρτιά δεν μπόρεσε κανείς να μου βγάλει… Αδεια εργασίας δεν είχα, ούτε παραμονής πια, βγήκα λαθρομετανάστης. Το τι τράβηξα, το τι ζωή έζησα, έτσι, χωρίς όνομα, χωρίς ασφάλιση, χωρίς κανένα δικαίωμα, δε λέγεται. Οσα τράβηξα δεν τα βάζει ανθρώπου νους. Πείνα, ψείρα, εκμετάλλευση, πέντε έπαιρνε ο νόμιμος, ένα ο παράνομος. Το χειρότερο απ’ όλα ο φόβος… Ερχόντανε Κυριακάδες και σχολάδες που όλοι βγαίνανε βόλτα κι εγώ καθόμουνα μέσα σε μια τρύπα και φοβόμουνα μη με ανακαλύψουν και με διώξουν. Σφιγγότανε η καρδιά μου, αγρίευα μέσα μου…».

• «Βλέπω αυτούς τους φουκαράδες που είναι τώρα στην Ελλάδα… τους λαθρομετανάστες που λένε και καίγεται η καρδιά μου σαν τότε στη Φρακφούρτη. Γιατί ξέρω τι είναι να είσαι ένα σκουπίδι, να θες να παραπονεθείς επειδή σε περιφρονούν, σε αδικούν, σε κλέβουν και να μην μπορείς, πώς, αφού δεν είσαι τίποτα, δεν υπάρχεις, δεν έχεις πράσινη κάρτα, δεν έχεις τίποτα. Αντικοινωνικά στοιχεία, λέει. Το ξέρουν. Οπως το ξέραμε κι εμείς τότε. Αλλά ποιος μας άφησε απ’ έξω; Να σου πω κάτι; Είχαν ανάγκη και φύγανε από τον τόπο τους. Κανένας ποτέ στον κόσμο δεν ήθελε να γίνει ούτε λάθρο- ούτε κανονικός μετανάστης».

• «Τραβήξαμε τα πάθη του Χριστού να βολευτούμε. Ολες οι αναποδιές σ’ εμάς τύχανε. Και το πιο χειρότερο, έμεινε η Α. έγκυος μόλις ήρθε. Πήγαμε να το ρίξουμε, κάναμε ένα σωρό γιατροσόφια, μα δεν ξεκόλλησε. Λέει κι ο παπάς: “Μεγάλη αμαρτία θα ήτανε αν έπεφτε”. Και σάμπως δεν είναι αμαρτία που ήρθε στον κόσμο και σταυρώθηκε κι αυτό μαζί μας μικρό μικρό. Τέλος πάντων, τώρα είμαστε καλά και τα δυο μικρά πάνε σχολείο, στο γερμανικό, και τα ’χω βάλει στην καρδιά μου αυτά τα παιδάκια, τουλάχιστον να μη στεναχωρεθούνε ποτές, ιδίως το μικρό που παραλίγο να το πετάξουμε, γι’ αυτά δουλεύουμε σαν τα σκυλιά, να στήσουμε κάποτε κι ένα σπιτάκι να χωθούμε μέσα και να μη μας το ξαναρίξουνε».*

Ακούγοντας τα παραπάνω αποσπάσματα το απόγευμα του περασμένου Σαββάτου στο πολιτιστικό κέντρο Βριλησσίων, σε μια εκδήλωση προς τιμήν του δημοσιογράφου και συγγραφέα Γιώργου Ματζουράνη, του ανθρώπου που έχει εντρυφήσει όσο λίγοι στη χώρα στους Ελληνες μετανάστες στη Γερμανία, τους Ελληνες «γκασταρμπάιτερ», δεν μπορούσα να μην αναρωτηθώ: Τι θα περνούσε άραγε από το μυαλό εκείνου που άνοιγε τυχαία την πόρτα; Από ποια άγρια εποχή θα πίστευε ότι προέρχονταν τα κείμενα; Από ποιους από όλους τους «παρανόμους» της ιστορίας, ποιους ξένους απ’ όλους τους ξένους;

*«Οπου κι αν είμαι, ξένος», Καστανιώτης, 2000