ΑΠΟΨΕΙΣ

Μια προσευχή προς τους ανθρώπους

Δεν συγκαταλέγεται στα «αναλώσιμα της επικαιρότητας» η επίσκεψη στη Λέσβο του Οικουμενικού Πατριάρχη, του Πάπα και του Αρχιεπισκόπου Αθηνών, που κακοκάρδισε όσους φονταμενταλιστές της Ορθοδοξίας ζουν ανάμεσά μας. Και μόνη η κοινή παρουσία τριών προσωπικοτήτων του χριστιανισμού σε χώρους που φιλοξενούν πρόσφυγες μουσουλμάνους στη συντριπτική τους πλειονότητα, είχε –έστω άρρητα και έμμεσα– τον χαρακτήρα μιας συγγνώμης. Μιας συγγνώμης από την πλευρά της επίσημης χριστιανοσύνης για την υπεροψία με την οποία αντιμετωπίζει η Δύση τον ισλαμικό κόσμο και ευρύτερα τον κόσμο της Ανατολής, της Μέσης και της απώτερης.

Τα αποτυπώματα της υπεροψίας αυτής, πνευματικά και υλικά, πολιτικά, οικονομικά και στρατιωτικά, είναι πολύ βαθιά. Και, εκτός των άλλων, σφραγίζουν τις αντιλήψεις και τα αισθήματα όχι μόνο διανοουμένων και πολιτικών ηγετών της Δύσης, αλλά και μεγάλων τμημάτων των κοινωνιών της, που όταν μιλούν για «πόλεμο πολιτισμών», εννοούν ότι πολεμάει ένας ανώτερος και φιλειρηνικός πολιτισμός (ο «δικός μας») με έναν κατώτερο και εγγενώς βίαιο (τον «δικό τους»).

Ιδιαίτερα η παρουσία του Πάπα, ο οποίος όχι μόνο έχει κατανοήσει τον ρόλο των μέσων ενημέρωσης, αλλά έχει δείξει και πόσο ικανός είναι να τα επηρεάζει και να τα εντάσσει στους σκοπούς του, χρησιμοποιώντας τη δική τους γλώσσα και στρατηγική, έδωσε οικουμενικό χαρακτήρα στην επίσκεψη. Στην προσευχή του, στο λιμάνι της Μυτιλήνης, ζήτησε από τον Θεό «να μας αφυπνίσει από τον ύπνο της αδιαφορίας, ν’ ανοίξει τα μάτια μας στα βάσανα των προσφύγων και να μας απεγκλωβίσει από την αναισθησία». Ο έχων ώτα ακούειν, ακουέτω. Γιατί αυτού του είδους οι προσευχές απευθύνονται στους ανθρώπους. Αυτοί καλούνται να θυμηθούν το ύψος τους και να πραγματώσουν την ποιότητά τους.

Ακόμα και το τεράστιο κύρος του Πάπα, εντούτοις, σε δισεκατομμύρια καθολικούς δεν αρκεί για να αφυπνίσει την καθεύδουσα συνείδηση των ηγετών της ευρωπαϊκής χριστιανοδημοκρατίας, (συν)υπεύθυνης για την πολιτική των πολέμων και των τειχών. Μπορεί όμως να ωθήσει τους απλούς πιστούς, όσους προσβλέπουν σ’ αυτόν και τον σέβονται βαθύτατα, να σκεφτούν ότι επιτρέπουν να προσβάλλεται και να σπιλώνεται ο πυρήνας του θρησκευτικού τους πιστεύω όταν δεν αντιδρούν στην άσκηση μισαλλόδοξων πολιτικών – στη δήμευση των τιμαλφών των προσφύγων, για παράδειγμα.

Στο δικό μας μέτωπο, ο έπαινος του Ποντίφικα για τους κατοίκους της Λέσβου και ο θαυμασμός που εξέφρασε συγκινημένος για τον ελληνικό λαό, το φρονιμότερο είναι να αντιμετωπιστούν σαν κίνητρο. Οχι σαν ένα βραβείο που επιτρέπει πλέον τον εφησυχασμό και την αδράνεια. Δεν πρέπει να καμφθεί το φρόνημα της αλληλεγγύης, τώρα που τα χαλκεία αυξάνουν την παραγωγή αντιπροσφυγικών μυθευμάτων, ώστε, εκμεταλλευόμενα και την κάποια κόπωση που αρχίζει να διαφαίνεται, να ρυμουλκήσουν την Ελλάδα στον μέσο ευρωπαϊκό όρο συνειδησιακής ύπνωσης. Αυτόν ακριβώς που κατήγγειλε ο Πάπας.