ΑΠΟΨΕΙΣ

Δυστυχώς, οι πάτρωνες δεν είναι αυτοί που ήταν

Γ​​ια κακή τύχη των πολιτικών μας, το οικονομικό αδιέξοδο συνέπεσε με το τέλος του έντονου ενδιαφέροντος που έδειχναν ξένες δυνάμεις στις εσωτερικές εξελίξεις στη χώρα μας, πριν καν ιδρυθεί το ελληνικό κράτος.

Για καλό και για κακό, οι ξένοι επενέβαιναν, στήριζαν τους εκπροσώπους τους, προωθούσαν τα συμφέροντά τους· έδιναν κατεύθυνση στους «δικούς τους» αφενός, προκαλούσαν τις αντιδράσεις αντίπαλων χωρών και τους εκπροσώπους τους στην εγχώρια πολιτική σκηνή και κοινωνία αφετέρου. Μεγάλο μέρος της σημερινής παράλυσης οφείλεται στο ότι ο πολιτικός κόσμος μας δεν έχει κατανοήσει πως η χώρα πρέπει να σταθεί όρθια με τις δικές της δυνάμεις, ότι δεν μπορούμε να περιμένουμε πια από πάτρωνες να μας κάνουν χάρες με αντάλλαγμα την αύξηση της επιρροής τους. Η ελευθερία απαιτεί σωφροσύνη και ωριμότητα – να συμπεριφερόμαστε ως ενήλικες.

Με την πτώση της δικτατορίας το 1974 και την ένταξη στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα το 1981, η Ελλάδα βρέθηκε για πρώτη φορά σε έναν θεσμό ίσων μεταξύ ίσων. Ακόμη δεν ξέρει πώς να διαχειριστεί αυτή την ελευθερία. Από τον πόλεμο της ανεξαρτησίας, οι πολιτικοί μας ήταν διαιρεμένοι μεταξύ οπαδών του «αγγλικού», του «γαλλικού» και του «ρωσικού» κόμματος. Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και ενώ μαινόταν ο εμφύλιος, η Βρετανία παρέδωσε τη σκυτάλη της κηδεμονίας στις ΗΠΑ. Για σχεδόν 200 χρόνια, ξένοι και ντόπιοι «πράκτορες» καθόριζαν σε μεγάλο βαθμό την τύχη της χώρας. Κοινή συνείδηση ήταν ότι ξένοι βρίσκονταν πίσω απ’ ό,τι γινόταν, κι ας τους παρέσερναν κάθε τόσα τα ντόπια «ανδρείκελά» τους. Στα χρόνια του Ψυχρού Πολέμου, η διαμάχη μεταξύ ΗΠΑ και Σοβιετικής Ενωσης στοίχισε πολύ ακριβά σε ανθρώπους (στην Ελλάδα, αλλά όχι μόνο) που μπλέχτηκαν στα γρανάζια αντίπαλων κοσμοθεωριών και μηχανισμών.

Πέρα από την προσφιλή συνωμοσιολογία, πάντως, κάθε πλευρά στην Ελλάδα μπορούσε να δικαιολογήσει τις πράξεις της (και να καταγγείλει αυτές των άλλων) ως μέρος μιας μεγαλύτερης, παγκόσμιας διαμάχης. Η μεταπολίτευση, η ένταξη στην ενωμένη Ευρώπη και η κατάρρευση του ανατολικού μπλοκ άφησαν τα ελληνικά κόμματα ορφανά από πάτρωνες. Δεν προχώρησαν, όμως, στον ενταφιασμό των νεκρών ιδεολογιών και του διχασμού που προκαλούσαν. Συνέχισαν να συμπεριφέρονται σαν να μη συνέβη τίποτα. Το Κομμουνιστικό Κόμμα –μουσείο συμβόλων και συμπεριφορών, αμόλυντο από την πραγματικότητα– είναι το πιο εμφανές παράδειγμα αυτής της άρνησης.

Το δυστύχημα είναι ότι και τα κόμματα που αναλαμβάνουν την τύχη της χώρας είναι παγιδευμένα στη φαντασίωση ότι οι μόνες λύσεις είναι πολιτικές και ότι «πολιτική λύση» σημαίνει πως κάποια ανωτέρα δύναμη μας δίνει όσα δεν μπορούμε να αποκτήσουμε αλλιώς. Ο Αλέξης Τσίπρας δεν είναι σε καμία περίπτωση ο πρώτος πρωθυπουργός που δρα βάσει αυτής της νοοτροπίας. Ξεχωρίζει, όμως, στο πόσο ωμά ο ίδιος, το κόμμα του και ο κυβερνητικός εταίρος παραδίδονται σε ψευδαισθήσεις και ψευτοπαλικαρισμούς. Το μείγμα απειρίας και αλαζονείας εντυπωσιάζει – όσο και η ανοχή των πολιτών για μια συμπεριφορά που κοστίζει ακριβά, αφήνοντας άλυτα τα προβλήματα της χώρας. Αυτή η ανοχή τρέφει τον άκρατο λαϊκισμό των πολιτικών και, με τη σειρά της, τρέφεται από τις υποσχέσεις τους. Στην αρχή, ο κ. Τσίπρας (πλαισιωμένος από άλλους πορφυρογέννητους επαναστάτες) συμπεριφερόταν σαν να ήταν αυτός σε θέση να θέτει όρους στους δανειστές, με τον αέρα του ηγέτη πανευρωπαϊκής αν όχι παγκόσμιας επανάστασης εναντίον του χρέους, του νεοφιλελευθερισμού, και όλα τα άλλα ξενόφερτα δεινά. Μετά, με σαφή πρόθεση να τιμωρήσει τους ανένδοτους εταίρους και δανειστές, στράφηκε στον «άλλον» ξένο παράγοντα, τη Ρωσία (αλλά και στην Κίνα), για στήριξη και χρήμα. Οταν και αυτό απέτυχε, αναγκάστηκε να αλλάξει συμπεριφορά και, εκεί που την έβριζε, τώρα ζητεί στήριξη από την καγκελάριο Μέρκελ. Το παιχνίδι, όμως, συνεχίζεται, όπως είδαμε με την (κατά τ’ άλλα ανεξήγητη) προσπάθεια της κυβέρνησης να διασπάσει τους δανειστές με τη δημοσιοποίηση υποκλαπείσας κουβέντας μεταξύ στελεχών του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, όπου μιλούσαν για την ανάγκη να πιεστεί η Γερμανία να ελαφρύνει το ελληνικό χρέος.

Στην παραδοσιακή ελληνική ανάγνωση της πολιτικής, ο κ. Τσίπρας δεν μπορούσε να διανοηθεί ότι δύο ξένοι παράγοντες (η Ε.Ε. και το ΔΝΤ, στην προκειμένη περίπτωση) θα μπορούσαν να ομονοούν, και η ελληνική κυβέρνηση να μην μπορεί να στρέφει τον έναν εναντίον του άλλου, προς όφελος της ίδιας. Οι πάτρωνες, δυστυχώς, δεν είναι αυτοί που ήταν. Σήμερα οι συλλογικοί θεσμοί είναι ισχυρότεροι και οι πολιτικοί κάθε χώρας πιο υπόλογοι στους ψηφοφόρους τους. Αυτό είναι καλό για τη δημοκρατία, αλλά εμποδίζει «εξωθεσμικές» υπερβάσεις. Και εμείς ακόμη αρνιόμαστε να λύσουμε οι ίδιοι τα προβλήματά μας.