ΑΠΟΨΕΙΣ

Η ταραχή του εκκρεμούς

Μπορεί η «ωραία τιμωμένη» του δημόσιου διαλόγου (αν βέβαια σαν δημόσιο διάλογο εννοήσουμε το μόνιμο σκηνικό πασχαλιάτικου ρουκετοβόλου Βροντάδου) να είναι η πραγματική οικονομία, που την τσακίζει η διαιώνιση της εκκρεμότητας, εκτός από αυτήν όμως υπάρχει και η πραγματική ψυχολογία. Του καθενός ξεχωριστά, κι ύστερα κατά παρέα, εργασιακό χώρο (για όσους τυχερούς εξακολουθούν να κρατιούνται μακριά από την ανεργία) ή κοινωνική ομάδα. Τη σμπαραλιάζει την ψυχολογία αυτή η αέναη αβεβαιότητα. Οι αλλεπάλληλες αναβολές στην επίλυση των πολύ σοβαρών, αλλά και στην αντιμετώπιση των τρεχόντων, μουδιάζουν το μυαλό και το σώμα μας. Μας καταντούν ευερέθιστους, περισσότερο γκινιάρηδες από τον συνηθισμένο μέσο όρο μας, έτσι κι αλλιώς υψηλό. Κι ο σαρκασμός μας γίνεται πιο πικρός, είτε στην αυτοφαγία στρέφεται είτε στη μισανθρωπία ξεπέφτει. Ακόμα και τις ευχές μας, μέρες που είναι, μουτρωμένοι τις μοιραζόμαστε, ρουτινιέρικα. Με τα αισθήματα λειψά, ν’ αφήνουν και το νόημα λειψό.

Μια μουντζούρα οι κόκκινες γραμμές, σαν από φτηνή βαφή αυγών, στενεύουν όλο και περισσότερο γύρω μας. Οσο για «ντεντ λάιν» (για την αξιολόγηση, τα κάπιταλ κοντρόλ, το λιμάνι του Πειραιά ή την Ειδομένη, για το φως στο τούνελ), άλλο τίποτε. Κάθε βδομάδα και η δική της, που, μοιραία λες, δίνει τη θέση της στην αμέσως επόμενη, σε μια εξουθενωτική σκυταλοδρομία. Μοιραία; Μια κουβέντα είναι. Γιατί αμέσως έπειτα έρχεται το πνιγηρό ερώτημα, κάθε άλλο παρά μεταφυσικό: Και ποιος ορίζει τη μοίρα μας; Το «εμείς» σαν αποφασιστικό συντελεστή της το κατονομάζει και το υποδεικνύει η βούλησή μας και μόνο, όση αντέχει στα τόσα πλήγματα.

Κακά τα ψέματα όμως. Κι ακόμα πιο κακός και πλάνος ο βολονταρισμός που δεν πατάει στη γη, με την άκρη έστω του ενός πέλματός του. Γιατί το αποκαρδιωτικό που μαθαίνουμε στις δημοκρατίες μας, και μάλιστα σε όσες συμμετέχουν σε υπερεθνικά σύνολα, με μειωμένη την ανεξαρτησία τους, ή υπόκεινται ταπεινωμένες σε «σωστικά» οικονομικά προγράμματα, με σχεδόν μηδενισμένη την κυριαρχία τους, είναι πως ελάχιστα μετράει η αθροιστική γνώμη μας, ως κοινωνικού-εκλογικού σώματος. Απανωτές ήταν οι γέννες της κάλπης, με καθαρό το σήμα τους, και μολαταύτα η γνώμη μας εξακολουθεί να μετράει πολύ λιγότερο από τη γνώμη ενός δευτεροκλασάτου στελέχους των Βρυξελλών ή του ΔΝΤ.

Εχει ιδιαίτερη σημασία η πιστοποίηση της ασήμαντης επιρροής που αναγνωρίζουν τα «κέντρα» στη βούληση κάθε λαού. Από τη μια εξηγεί γιατί διευρύνεται ολοένα περισσότερο η απήχηση του ευρωσκεπτικισμού, ο οποίος εξελίσσεται πλέον σε απορριπτισμό σωβινιστικού χρώματος. Και από την άλλη εκθέτει σαν ανούσια και ανέξοδα λαϊκίστικο το νεοδημοκρατικό αίτημα για νέες εκλογές, που άρχισε να προβάλλεται πριν κατακάτσει ο κουρνιαχτός των προηγούμενων. Και με προσχήματα που άνετα μπορεί να τα χρησιμοποιήσει κάθε αντιπολίτευση εναντίον κάθε κυβέρνησης. Ολα για το φαίνεσθαι;