ΑΠΟΨΕΙΣ

Από το Αουσβιτς στο ISIS

Ε​​κ παραδόσεως, η Κυριακή του Θωμά ευνοεί τη δυσπιστία, αν δεν την υπαγορεύει. Στη δεύτερη δεκαετία της τρίτης μ.Χ. χιλιετίας λοιπόν, με τους θρησκευτικούς ηγέτες να καλούνται ήδη να απαντήσουν αν το θεϊκό σχέδιο προβλέπει την ύπαρξη εξωγήινων πολιτισμών, περισσότερο επιτακτικό προβάλλει ένα καθαρά γήινο ερώτημα: «Ποια θεολογία μετά το Αουσβιτς και μετά το ISIS». Ενα ερώτημα που οι περιστάσεις, με την αιματηρή τραχύτητά τους, το καθιστούν εξίσου νόμιμο μ’ εκείνο που έθεσε μεταπολεμικά ο Τέοντορ Αντόρνο: «Ποια ποίηση μετά το Αουσβιτς». Στην πραγματικότητα, ο Γερμανός φιλόσοφος δεν ρωτούσε αλλά αποφαινόταν ότι «μετά το Αουσβιτς καμιά ποίηση» δεν είναι δυνατή, και ο αφορισμός του έμεινε να συνοψίζει την εξής άποψή του: «Η συγγραφή ποιημάτων μετά το Αουσβιτς είναι βάρβαρη, και τούτο το γεγονός επηρεάζει ακόμη και τη γνώση που εξηγεί γιατί έχει καταστεί αδύνατον να γράφονται σήμερα ποιήματα».

Το ότι δεν έπαψε να παράγεται ποίηση (και στη γερμανική γλώσσα) και μετά τα στρατόπεδα της απόλυτης κτηνωδίας, δεν αναιρεί την αξία της σκέψης του Αντόρνο. Δεν άργησε άλλωστε να φανεί ότι ούτε καν αυτό το εφιαλτικό γεγονός δεν φρονημάτισε την ανθρωπότητα. Ο πλανήτης είναι κατάστικτος από τα μικρά Αουσβιτς (κολαστήρια εκκαθάρισης φυλών, εθνοτήτων ή ιδεολογικών αντιπάλων) που τον πλήγωσαν στον μεταπολεμικό του βίο, προστιθέμενα στα πάμπολλα προναζιστικά ανάλογά τους.

Η τωρινή θηριωδία των τζιχαντιστών αντιμετωπίζεται σαν πρωτοφανής μονάχα από όσους σβήνουν βιαστικά την ιστορική τους μνήμη, μη αντέχοντας το αφόρητο φορτίο της. Αυτό δεν σχετικοποιεί τη βαρβαρότητά της. Οπως και τίποτε δεν μπορεί να σχετικοποιήσει τη ναζιστική βαρβαρότητα, όντως πρωτοφανή και ανεπανάληπτη, λόγω και του μεγέθους, της επιστημονικής συνδρομής που της παρασχέθηκε και της ιταμής δικαιολόγησής της με ανενδοίαστα ρατσιστικούς ισχυρισμούς.

Στο Αουσβιτς ο Θεός απουσίαζε. Από τους επί Γης αναρίθμητους εκπροσώπους του (δεν έχει σημασία εάν είναι αυτόκλητοι, άλλοι δεν υπάρχουν), ιδιαίτερα στη Γερμανία και την Ιταλία, ελάχιστοι, και όχι από τους πλέον επίσημους, ψέλλισαν κάποια διαμαρτυρία κατά των ναζιστών και των φασιστών. Μπορεί οι διωγμοί κατά των Εβραίων να μην παρουσιάστηκαν σαν θέλημα Θεού από τα χριστιανικά δόγματα, δεν τα συγκίνησαν όμως ιδιαίτερα, ή τουλάχιστον όσο χρειαζόταν για να διαμαρτυρηθούν θαρραλέα και με την αμεροληψία που λένε ότι τους επιβάλλει η ψυχή της θρησκείας τους.

Αντίθετα, ενθουσιώδης ήταν η συνεργασία του καθολικού κλήρου με τις ναζιστικές δυνάμεις κατοχής στη Γαλλία του Βισύ και στην Κροατία των Ουστάσι. Και δύσκολα θα πίστευε κανείς ότι το άγος αυτό θεραπεύτηκε με την προ ετών αγιοποίηση, από τον Πάπα Ιωάννη Παύλο τον Β΄, του Κροάτη αρχιεπισκόπου στα χρόνια του πολέμου Αλόιζιγιε Στέπινατς, στενού συνεργάτη του εθνοεκκαθαριστή φυρερίσκου της Κροατίας Αντε Πάβελιτς – με τον οποίο είχε αγαθότατες σχέσεις ο τότε Πάπας, ο Πίος ο ΙΒ΄, επίσης αγιοποιημένος.

Πριν πάντως εμείς οι ορθόδοξοι αναφωνήσουμε «Ιδού το επικατάρατο Βατικανό», με την αναίτια πεποίθηση του δικαιωμένου, ας ξαναρίξουμε μια ματιά στην «Ελληνική Νομαρχία», στον Κοραή ή στον έμμετρο σατιρικό «Ρωσοαγγλογάλλο», αγνώστου πατρός, για να θυμηθούμε ποια η στάση του δικού μας κλήρου, όχι όλου βεβαίως, επί Τουρκοκρατίας, όταν και πάλι ο Θεός απουσίαζε επί μακρόν, τουλάχιστον στο μυαλό του απλού χριστιανού, που δυσκολευόταν να συμμεριστεί το κηρυσσόμενο, ότι η σκλαβιά τού επιβλήθηκε άνωθεν λόγω των αμαρτημάτων του. Να πώς αυτοπροσωπογραφείται ο Μητροπολίτης, απαντώντας στους ξένους που περιηγούνται τη σκλάβα Ελλάδα: «Αυτή του Τούρκου η τυραννία / σε μένα είναι ζωή μακαρία. / Το ράσον τούτο αφού εφόρεσα, / ζυγόν κανένα εγώ δεν εγνώρισα. / Δύο ποθώ, ναι μά τες εικόνες, / άσπρα πολλά και καλές κοκόνες. / Περί δε της Ελλάδος, που λέτε, / ολίγον με μέλει, αν τυραννιέται». Υπερβολικό; Οσο υπερβολικό είναι και το να ισχυριζόμαστε πως ο ελληνισμός σώθηκε αποκλειστικά και μόνο χάρη στην Ορθοδοξία. ΄Η όσο υπερβολικό θα ήταν να λέγαμε πως απορρέει από βαθιά χριστιανική πίστη η μεγαλοπαρασκευιάτικη κατάρα του Καλαβρύτων Αμβροσίου να σαπίσει το χέρι ενός υπουργού και να τρυπήσει το στομάχι κάποιων που έκαναν δημόσιο μελόδραμα την απόφασή τους να μη νηστέψουν.

Στις μέρες μας, στη γειτονική μας Ασία (αλλά και στην Αφρική, σε κάπως μικρότερο βαθμό προς το παρόν), ο τρόπος του ISIS μοιράζεται πολλά κοινά με τη μέθοδο Αουσβιτς. Η κύρια διαφορά τους: στη θέση του ειδωλολατρικά θεοποιημένου Φύρερ προτείνεται ο ειδωλολατρευόμενος Αλλάχ στην καθαρότερη δυνατή εκδοχή του, δηλαδή τη φονικότερη. Κατά τα λοιπά, κοινή τους αξία είναι η πλήρης απαξία της ζωής οποιουδήποτε διαφέρει από το πρότυπο σε οτιδήποτε. Οχι μονάχα στο θρήσκευμα αλλά και στην περιβολή, στη δημόσια ή ιδιωτική συμπεριφορά, στις πολιτικές επιλογές. Ακόμα και η προπαγανδιστική τακτική του Ισλαμικού Χαλιφάτου, με τις ένοπλες παρελάσεις, τα θορυβώδη εμβατήρια και κυρίως τις δημόσιες εκτελέσεις αντεκδικητικού παραδειγματισμού ή προληπτικής τιμωρίας, αντιγράφει τη χιτλερική τεχνική. Εν ονόματι ενός θεού που τον αποκαλούν Αλλάχ, μα είναι ο Βάαλ. Και ο οποίος, με όποιο όνομα, παραμένει απών.

Πώς είναι ο οικουμενικός βίος με θεούς, με την πίστη στους θεούς, το ξέρουμε. Πώς θα ήταν δίχως θεούς, δηλαδή δίχως την πίστη σ’ αυτούς και τον σχεδόν μόνιμο συνοδό της, τον φανατισμό, μόνο να το υποθέσουμε μπορούμε. Ο Κωστής Παλαμάς, για να επιστρέψουμε σ’ αυτόν με τον οποίο ξεκινήσαμε την περασμένη Κυριακή, έχει δύο υποθέσεις να προτείνει. Μελαγχολική η μία, στους «Ιαμβους και ανάπαιστους» (1897), εικονογραφεί έναν κύκλο: «Ηλιε, εσύ, πηγή αστείρευτη / κάθε ζωής, εικόνα / του ωραίου υπερτέλεια / και του Απείρου κορόνα. // Πριν αρχίσουν το διάβα τους / των θεών οι λεγεώνες, / πρώτο θεό σε αγνάντεψαν / και μοναχόν οι αιώνες. // Και πάλι θεός ύστατος / σαν νεκρική λαμπάδα / του τελευταίου θρησκεύματος / θα φέξεις την κρυάδα».

Αισιόδοξη η άλλη, στα «Μάτια της ψυχής μου» (1892), με εμπιστοσύνη στην ανθρώπινη ποιότητα και στην αντοχή της φύσης: «Κι αν καμιά μέρα ο άνθρωπος υψώσει το κεφάλι / ώς τα ουράνια ύψη / και κάθε δύναμη αρνηθεί, κάθε θεό προσβάλει, / κάθε βωμό συντρίψει, // και γκρεμισμένοι από ψηλά οι θεοί στα καταχθόνια / λησμονηθούν κι εκείνοι, / πάντα θεοί θα είναι της γης η Ομορφιά η αιώνια / κι η αιώνια Καλοσύνη!» Αφέλεια; Δίχως αυτήν, όμως, προς τα πού πορευόμαστε;