ΑΠΟΨΕΙΣ

«Αλήθεια είναι η μη λήθη»

Σ​​​​τον κόσμο γύρω μας γίνεται μια αναθεώρηση αξιών. Τα γεγονότα σχεδόν απρόσμενα “συντελούνται” κι ο άνθρωπος μοιάζει σαν να ετοιμάζεται ν’ αγωνιστεί για μια απαλλαγή από καταστάσεις, που ο ίδιος έχυσε ποταμούς αίματος και δακρύων για να κατακτήσει. Οι μέρες, οι ώρες, οι στιγμές είναι καθοριστικές για το μέλλον… και η θολή ελπίδα δεν φωτίζει αυτό το μέλλον. Ούτε, όμως, δικαιώνει κανέναν αυτή η χρεοκοπία.

Εκείνο που φανερώνει είναι ότι ο άνθρωπος και η δυνατότητα του μυαλού του, ο εύφρων άνθρωπος, δικάζεται αυτή την ώρα, ο πνευματικός άνθρωπος».

Ο πρόλογος, από μια ανοιχτή επιστολή του σκηνοθέτη Αλέξη Δαμιανού, στην «Καθημερινή», που δημοσιεύτηκε στις 9/02/1990, δεν φανερώνει την ηλικία του. Κάθε άλλο. Μοιάζει σύγχρονος χωρίς να σημαίνει νεανικός, απλώς αγέραστος, αμάραντος. Είναι η διαπίστωση – παρέμβαση ενός ανθρώπου με τον ρεαλισμό, την αυθεντικότητα, την τόλμη, το ένστικτο, την απολυτότητα του Αλέξη Δαμιανού. Του δημιουργού που προίκισε το ελληνικό σινεμά με τρεις ταινίες («Μέχρι το πλοίο» – 1967, «Ευδοκία» – 1971 και «Ηνίοχος» – 1995), όχι ισοβαρείς, όμως ξεχωριστά εμπνευσμένες. Αυτές τις ημέρες και μέχρι την ερχόμενη Τετάρτη (11/05) διοργανώνεται στην «Αλκυονίδα» ένα αφιέρωμα στο έργο του (ως συγγραφέα, ποιητή, σκηνοθέτη και ηθοποιού) με προβολές, εκδηλώσεις και συζητήσεις. Στις 4 Μαΐου συμπληρώθηκαν δέκα χρόνια από τον θάνατό του.

Δύσκολα θα διαχώριζε κανείς τον λόγο από το έργο του. Και τα δύο, χωρίς καλλιγραφίες και εξωραϊσμούς, αναμετρώνται με την πραγματικότητα, συγκρούονται μαζί της σωματικά, σηκώνοντας πολλή σκόνη και χύνοντας πολύ ιδρώτα. Ο Δαμιανός αγωνιούσε «για τη μνήμη και τη μοίρα αυτού του τόπου» (όπως επισημαίνεται στην ειδική έκδοση του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, του 2004, για τον δημιουργό).

Την αγωνία του δημοσιοποιούσε με τις «επιστολές» του, που πότε έγραφε σε χαρτί πότε σε φιλμ. Επέμενε, λοιπόν, τότε στην «Κ», ότι «η κρίση είναι πνευματική και η ηγεσία του τόπου πρέπει να ξέρει ότι, υποβαθμίζοντας την πνευματική παραγωγή, θα βαθαίνει περισσότερο την οικονομική κρίση». Και συνέχιζε: «Τα γεγονότα που συντελούνται με την κοσμογονική αμφισβήτηση των κρατουσών αξιών χρειάζονται γνώση ιστορική… όχι παραποιημένη ή δικολαβική, γιατί έτσι θα γίνει πείρα, όχι λήθη, ούτε επανάληψη ιστορίας των λαθών… Θέλει ευθύτητα, ταπεινότητα κι ανύψωση των υπευθύνων στις σημερινές συνθήκες, γιατί αλλιώς αντί να φυτέψουμε για την αθανασία, θα σπέρνουμε τον θάνατο και θα έχουμε την ευθύνη για την κατάντια των παιδιών μας και του μέλλοντος».

Ο Δαμιανός επέμενε, επαναλάμβανε διαρκώς (και σε άλλη επιστολή του που αφορούσε μεν εσωκινηματογραφικά θέματα αλλά δεν έχανε το δάσος για να δείξει το δέντρο), ότι «η κρίση είναι πνευματική». Καταδείκνυε την «ανελέητη προσπάθεια παραχάραξης της πραγματικότητας εν ονόματι της προσωπικής μας επιβολής». Φώναζε ότι «είναι αναξιοπρέπεια η αποδοχή και η εξαγορά αγνοούντων διορισμένων μετριοτήτων. Κίνδυνος θάνατος». Ελεγε: «Με τις ατασθαλίες της εξουσίας και των μικροχειριστών της δεν πρόκειται ποτέ να ’ρθει η Κάθαρσις. Και μακάρι οι διαμαρτυρόμενοι να μη ζηλεύουν τους ατάσθαλους».

Η Ελλάδα του 2016 εξακολουθεί να είναι ο τόπος που αγάπησε, έκρινε, αποκάλυψε ο Αλέξης Δαμιανός. Εν μέρει. Κάπου υπάρχει το εκτός σχεδίου, αυθαίρετο, σπίτι της Ευδοκίας, με έπιπλα από φορμάικα και πλαστικά τραπεζομάντιλα. Κάπου υπάρχει και η κούνια στον γκρεμνό, πάνω από την άβυσσο, το γέλιο και η στριγκλιά της Ευδοκίας, η έξαψη του Λοχία. Κάπου υπάρχει και το όνειρο που δεν φτάνει μόνο «Μέχρι το πλοίο», μέχρι το λιμάνι του Πειραιά.

Η λαϊκότητα του Δαμιανού, η τραγικότητα και η ταπεινότητα, που είναι από τα βασικά υλικά του, συνθέτουν μια Ελλάδα παρελθούσα, όχι όμως απούσα. «Αλήθεια είναι η μη λήθη», όπως έλεγε και ο ίδιος.