ΑΠΟΨΕΙΣ

Τέσσερα θύματα με βαρύ συμβολικό φορτίο

Θ​​α παραθέσω τα ονόματά τους με αλφαβητική σειρά: Παρασκευή Ζούλια, 35 ετών· Αγγελική Παπαθανασοπούλου, 32 ετών· Επαμεινώνδας Τσακάλης, 36 ετών. Σε αυτή την τραγική τριάδα να προσθέσουμε το αγέννητο έμβρυο που κυοφορούσε η Αγγελική Παπαθανασοπούλου. Είναι οι νεκροί της Marfin, οι άδοξοι νεκροί της 5ης Μαΐου του 2010.

Εχουν περάσει έξι χρόνια από εκείνη την αποφράδα ημέρα· τη θυμάμαι καλά: βρισκόμουν περίπου εκατό μέτρα από το σημείο της επίθεσης. Η προγραμματισμένη για εκείνη την ημέρα απεργία των δημοσιογράφων είχε ανασταλεί, κάλυπτα ένα μέρος της πορείας ώσπου η ατμόσφαιρα έγινε τόσο αποπνικτική από τους καπνούς, τα χημικά και τον πετροπόλεμο, που κατέφυγα στη στοά Σπυρομήλιου. Μέσα εκεί κυκλοφόρησε η φήμη κάποια στιγμή πως υπάρχει τουλάχιστον ένας νεκρός στην «τράπεζα, εδώ, πιο κάτω».

Λίγο πριν ξεκινήσουν τα επεισόδια, στο πεζοδρόμιο όπου βρίσκεται το άνοιγμα της στοάς προς τη Σταδίου, τέσσερα-πέντε νέα παιδιά εμφανίστηκαν, κάποια με κουκούλα, άλλα ασκεπή και άλλα με αντιασφυξιογόνες μάσκες και κράνη μοτοσικλέτας, κουβαλώντας σακίδια απ’ όπου έβγαλαν μεγάλα σφυριά και άρχισαν να σπάνε το μάρμαρο που εξείχε από τις βιτρίνες των (κλειστών) καταστημάτων. Με το που έπεφταν τα κομμάτια στο πεζοδρόμιο, τα κλωτσούσαν με δύναμη προς τον δρόμο, προς την πορεία, παροτρύνοντας τους συμμετέχοντες να πάρουν από ένα. Πολλοί δεν έδωσαν σημασία, κάποιοι, όχι πολλοί είναι η αλήθεια, έσκυψαν και μάζεψαν μερικά, άλλοι αγριοκοίταξαν αλλά δεν είπαν κουβέντα.

Κοίταξα τα παιδιά με τα σφυριά: καθαρά πρόσωπα, καλοβαλμένα, συμπαθητικά θα έλεγα – όσα τουλάχιστον έδειχναν το πρόσωπό τους. Χάθηκαν προς την κάτω πλευρά της πλατείας Συντάγματος. Λίγη ώρα αργότερα, τα πάντα έγιναν κόλαση.

Εξι χρόνια μετά, οι ένοχοι παραμένουν άφαντοι. Αυτό το εξαιρετικά δυσάρεστο γεγονός δίνει το πάτημα σε κάποιους να ερμηνεύουν την τραγωδία της Marfin ως προβοκάτσια. Είναι η συνηθισμένη, βολική δικαιολογία σημαντικής μερίδας της σύγχρονης ελληνικής αριστεράς ή έστω όσων οργίζονται (και δικαίως) με τη δολοφονία του Γρηγορόπουλου αλλά όχι με τις δολοφονίες των υπαλλήλων ιδιωτικής τράπεζας.

Επιλεκτική ευαισθησία ή, αλλιώς, η γνωστή στενή σχέση μεγάλου μέρους του αριστερού χώρου με τη βία. Διότι μπορεί οι λεγόμενοι αντιεξουσιαστές να ρίχνουν τις μολότοφ, όμως πολλοί εκ της ριζοσπαστικής αριστεράς ερμηνεύουν με ανερμάτιστα θεωρητικά σχήματα και περίτεχνες ιδεοληψίες τις μολότοφ, τις βλέπουν με συμπάθεια και κατανόηση.

Εάν η μυθοποίηση της 17Ν τις προηγούμενες δεκαετίες ήταν ένα είδος εισαγωγής στη βίαιη επίθεση προς την αστική, κοινοβουλευτική δημοκρατία, θα έλεγα πως έστω και συμβολικά η Marfin σηματοδοτεί την ουσιαστική εκκίνηση μιας κατά μέτωπο συστηματικής επίθεσης στις αξίες του κοινοβουλευτισμού. Ως γνωστόν, τα πρώτα χτυπήματα της 17Ν είχαν ως στόχους εκπροσώπους της στρατιωτικής δικτατορίας. Καθώς προχωρούσαν τα χρόνια, έγινε η λεγόμενη μετάβαση σε μια νέα γενιά τρομοκρατών, που δεν την ενοχλούσε η χούντα αλλά η ίδια η δημοκρατία.

Αυτή η ενόχληση με τη δημοκρατία δεν αφορά μόνον τους τρομοκράτες πλέον. Πολύ πριν φτάσουμε στις μούντζες, στα συνθήματα να καεί η Βουλή και στις άγριες σωματικές επιθέσεις σε πολιτευτές, προτού φτάσουμε στο σημείο η Χρυσή Αυγή να είναι τρίτο κόμμα στη Βουλή, το μικρόβιο των πάσης φύσεως αντιδημοκρατικών τάσεων διαπέρασε το κοινωνικό σώμα σαν να ήταν διάτρητο δοχείο.

Σε αυτό, βέβαια, συνέβαλε καθοριστικά, με λίγες εξαιρέσεις, και η μεταπολιτευτική πολιτική τάξη, με τη διαπλοκή, τη διαφθορά, την ευνοιοκρατία, την απαξίωση του θεσμικού πλαισίου από τους ίδιους τους, υποτίθεται, θεματοφύλακές του, οι οποίοι, όποτε τους βόλευε, κακομάθαιναν έναν ολόκληρο λαό μέσα από σκανδαλώδεις μαζικές προσλήψεις στο Δημόσιο και πάει λέγοντας. Μπροστά στην αμετροέπεια, την ασυδοσία και την ανικανότητα όσων όφειλαν να διαφυλάξουν τον θεσμικό τους ρόλο και μέσω αυτού τους θεσμούς της δημοκρατίας που απολαύσαμε όλοι, δεν έχει κανείς παρά να αισθανθεί οργή και βαθιά, γνήσια αγανάκτηση.

Υπάρχει όμως μια τεράστια απόσταση, ένα αβυσσαλέο χάσμα ανάμεσα σε τούτη την οργή και σε αυτό το είδος μαζικού μηδενισμού που διαχύθηκε στην ελληνική κοινωνία όπως ένας ιός. Σήμερα, καθώς η χώρα ακροβατεί επικίνδυνα και αστόχαστα πάνω σε τεντωμένο σχοινί ωσάν ερασιτέχνις ακροβάτισσα, αυτός ο νεοελληνικός μηδενισμός μοιάζει περισσότερο θηριώδης όσο ποτέ, καλύπτοντας ένα ευρύτατο κοινωνικό και πολιτικό φάσμα, από τη νεοναζιστική ακροδεξιά έως τους αριστεριστές και τους αντιεξουσιαστικούς κύκλους. Μπορεί οι μεν να αντιμάχονται τους δε, τους ενώνει όμως, αναπάντεχα, μα και τόσο φυσικά εν τέλει, αυτή η μαύρη λατρεία του μηδενός. Δεν ξέρω ποιες μεταρρυθμίσεις θα μπορέσουν να αλλάξουν αυτή τη βαθιά πλέον ψυχική εγγραφή στην ελληνική κοινωνία. Γι’ αυτό και οι νεκροί της Marfin δεν πρέπει και δεν γίνεται να λησμονηθούν. Οχι μόνον από στοιχειώδη σεβασμό στη μνήμη τους και στον πόνο των δικών τους ανθρώπων, αλλά και διότι μεταφέρουν ένα βαρύ συμβολικό φορτίο σε μια χώρα που γέννησε κάποτε, πολύ παλιά, τη δημοκρατία αλλά που σήμερα μοιάζει να την περιφρονεί λες και επιθυμεί, μέσα σε μια παράφορη αυτοκαταστροφική μανία, να κατασπαράξει τις σάρκες της.