ΑΠΟΨΕΙΣ

Οκνηρία, φόβος, απληστία

Ε​​δώ και έξι χρόνια και τρία μνημόνια, αυτό που μας απασχολεί όλους είναι η αλλαγή – αυτό, δηλαδή, που δεν μπορούμε να κάνουμε. Ανακυκλώνονται η μιζέρια και οι θυσίες επί έξι χρόνια τώρα, προχωρούμε κάπως και μετά γλιστράμε απότομα πίσω, επειδή είτε δεν μπορούμε είτε δεν θέλουμε να αλλάξουμε το κράτος μας και την οικονομία μας. Αλλοι από εμάς είναι υπέρ των αναγκαίων αλλαγών, άλλοι τις αντιμάχονται και επιδιώκουν τη συντήρηση ή και την επέκταση του παλιού που χρεοκόπησε· όλοι μας, πάντως, γύρω από την έννοια της αλλαγής διαφωνούμε ή συμφωνούμε. Η υποστήριξη ή η αντίδραση στην αλλαγή (σε αυτό που λέμε «μεταρρυθμίσεις») είναι η νέα διαχωριστική γραμμή στην πολιτική.

Τι μας εμποδίζει να αλλάξουμε; Πιο σωστά, τι μας εμποδίζει να καταλάβουμε ότι πρέπει να αλλάξουμε για να διασώσουμε το βιοτικό επίπεδό μας και να το ανεβάσουμε πάλι; Το ερώτημα, για εμένα, είναι καίριο, διότι ακόμη και αν αλλάξουμε κυβέρνηση, αν αναλάβει ο Κυριάκος Μητσοτάκης και είναι ως πρωθυπουργός όσο καλός δείχνει μέχρι στιγμής στην αντιπολίτευση, τι θα καταφέρει εφόσον οι ισορροπίες στην κοινωνία θα μένουν οι ίδιες; Αν ο ίδιος ο κόσμος δεν νιώσει και δεν κατανοήσει την ανάγκη να αλλάξουμε, μια εύθραυστη πλειοψηφία δεν έχει σοβαρές πιθανότητες να σώσει τη χώρα. Από όλο τον κόσμο που συναντώ αυτό ακούω. Να, λοιπόν, γιατί η αλλαγή είναι το κεντρικό ζήτημα της υπόθεσής μας.

Προσωπικώς, βρήκα μια απάντηση στο ερώτημα σε έναν σύγχρονο ιστορικό, το βιβλίο του οποίου διαβάζω τώρα. Δεν είναι σωστό γενικώς να συγχέουμε την πολιτική με την Ιστορία, διότι στην Ιστορία πάντα ξέρουμε τα αποτελέσματα των ανθρωπίνων αποφάσεων, ενώ στην πολιτική ποτέ. Νομίζω όμως ότι ο ιστορικός Ιαν Μόρις, που διδάσκει στο Στάνφορντ στην Καλιφόρνια, λέει κάτι χρήσιμο για την περίπτωσή μας. Στο βιβλίο του «Why the West Rule – For Now» (Γιατί η Δύση ηγεμονεύει – προς το παρόν), ο Μόρις παίρνει το λεγόμενο θεώρημα του Χάινλαϊν, που λέει ότι «η πρόοδος γίνεται από τεμπέληδες που ψάχνουν ευκολότερους τρόπους για να κάνουν τα πράγματα», και το επεκτείνει. Υποστηρίζει, συγκεκριμένα, ότι οι δυνάμεις που δρουν ως καταλύτες σε μια κοινωνία και τη σπρώχνουν στην αλλαγή είναι αυτά τα τρία που λέει ο τίτλος: οκνηρία, φόβος, απληστία. Επακριβώς, το θεώρημα του Μόρις λέει ότι «οι αλλαγές προκαλούνται από οκνηρούς, άπληστους, τρομαγμένους ανθρώπους που ψάχνουν πιο εύκολους, πιο κερδοφόρους και πιο ασφαλείς τρόπους για να κάνουν πράγματα».

Τι μας λείπει, λοιπόν, από τις προδιαγραφές; Από τεμπελιά, δόξα τω Θεώ, είναι θεσμοθετημένη και προστατεύεται – λίγο ακόμη θέλουμε και θα εξαίρεται ανοικτά ως κοινωνικό αγαθό. Αλλωστε ο πρωτεργάτης του Υπαρκτού Ελληνισμού, ο Ανδρέας Παπανδρέου, το είχε πει ευθέως σε συνέντευξή του ότι ο Ελληνας είναι τεμπέλης. Προχωρούμε παρακάτω: από απληστία πώς πάμε; Δεν έχω τρόπο να διατυπώσω το τετριμμένο, γι’ αυτό και αρκούμαι απλώς να θυμίσω τα αίσχη της αλήστου εποχής της αστακομακαρονάδας, αλλά και μετέπειτα, όταν ενέσκηψε η κρίση, τον λυσσαλέο αγώνα όλων εναντίων όλων προκειμένου να διασώσει ο καθένας τα δικά του προνόμια. Επομένως, δεν μας λείπει ούτε η απληστία.

Εκείνο που μας λείπει είναι ο φόβος. Προφανώς, η έλλειψη οφείλεται σε βαθιά άγνοια λόγω των ειδικών συνθηκών στο περιβάλλον του Υπαρκτού Ελληνισμού (επαρχιωτισμός, φόβος της Δύσης, αμορφωσιά ενισχυμένη από το Διαδίκτυο κ.λπ.). Επίσης, οφείλεται εν μέρει και στην εθνική μας αφήγηση, που εξαίρει τη γενναιότητα και τον ηρωισμό, προκειμένου να καλύψει τα κενά της. Σκεφθείτε, λ.χ., αν καταλάβατε ποτέ από τα σχολικά βιβλία το συνολικό σχήμα της Επανάστασης του 1821. Μάλλον όχι. Μαθαίνουμε για τις νίκες της αρχής, διερχόμεθα στα πεταχτά τους εμφυλίους που κατά κύριο λόγο μας απασχόλησαν στη συνέχεια και, ενώ η επανάσταση έχει ουσιαστικά ηττηθεί, παρεμβαίνουν οι τρεις δυνάμεις και, χωρίς να έχουμε καταλάβει πώς δένουν όλα αυτά, καταλήγουμε να δοξάζουμε τη γενναιότητά μας και την αγάπη για την ελευθερία. Οταν ο ηρωισμός εκθειάζεται συστηματικά με τόση υπερβολή, επόμενο είναι ο φόβος, που μπορεί να είναι σύνεση και σωφροσύνη, να θεωρείται περιφρονητέος. Ο Ελληνας θαυμάζει τη γενναιότητα περισσότερο από την εξυπνάδα, εξ ου και είμαστε ο «εξυπνότερος» λαός του κόσμου, με εισαγωγικά απαραιτήτως.

Ολα αυτά παραπάνω τα γράφω με την ελπίδα ότι θα βοηθήσω να περάσει ευχάριστα ο χρόνος της ανάγνωσης· όμως, αν έχουν κάποια βάση στην πραγματικότητα, τότε έχουμε σοβαρό πρόβλημα. Διότι ο μόνος τρόπος για να μάθουμε να εκτιμάμε την αξία του φόβου θα είναι η καταστροφή – αυτό, δηλαδή, που πιστεύουν οι πιο σκληροί πολιτικοί στο Βερολίνο. Αλίμονο αν μας συμβεί το αποτρόπαιο. Η μόνη ελπίδα για να το αποφύγουμε θα εξαρτηθεί από αυτό που ένας πολύ γνωστός Βρετανός οικονομικός αναλυτής ονομάζει στις κατ’ ιδίαν συζητήσεις του «εκπαιδευτική αξία του ΣΥΡΙΖΑ». Μαθαίνουμε;

Παρεμπιπτόντως, πρώην υπουργός –από τους σοβαρότερους της κυβέρνησης Σαμαρά– μου έλεγε ότι, εκεί όπου πέρασε το Πάσχα, ο κόσμος τον σταματούσε στον δρόμο και του έλεγε «γυρίστε γιατί χανόμαστε». Δεν είναι πολύ, αλλά είναι κάτι και μάλιστα όταν την ίδια ώρα είναι οι βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ εκείνοι που γίνονται στόχος επιθέσεων.

Μαύρη και ολόσωμη

Ειλικρινής και ανιδιοτελής θαυμαστής του διοικητού της Τραπέζης της Ελλάδος μου είπε ότι τον είδε εν Σύρω, παρά θιν’ αλός, να φορεί μια μαύρη, εφαρμοστή και ολόσωμη φόρμα από καουτσούκ· θέαμα το οποίο τον έκανε να θυμηθεί τους αθάνατους στίχους από τις Μέρες του 1907 του Καβάφη. Η αναφορά στον Καβάφη μη σας κάνει να σκέπτεσθε μια στολή από βινύλ, όχι. Ο Γιάννης Στουρνάρας είναι φανατικός κολυμβητής (και σοβαρός κολυμβητής: βουτάει και βγαίνει ύστερα από πέντε-έξι χιλόμετρα) και τους δροσερούς μήνες του χρόνου κολυμπά με στολή δύτη.