ΑΠΟΨΕΙΣ

Η επανάσταση χθες, σήμερα, αύριο

Κ​​άποιος θα πρέπει να εξηγήσει στα παιδιά που μας κυβερνούν πως δεν κέρδισαν την εξουσία με επαναστατικές διαδικασίες. Οσο κι αν μπορείς να παρομοιάσεις με κοινοβουλευτικό αντάρτικο τη θητεία τους στην αντιπολίτευση. Κέρδισαν τη σχετική πλειοψηφία σε δύο εκλογικές αναμετρήσεις και για να επιτύχουν την πλειοψηφία στη Βουλή συνέδεσαν την πολιτική τους μοίρα με το ελληνοπρεπέστατο μόρφωμα του κ. Καμμένου. Το συνονθύλευμα που προέκυψε μπορεί να είναι ελκυστικό, συνεπές ως προς το «πρώτο κινούν» του, κοινώς την πολιτική θολούρα και τη δίψα για εξουσία, πλην όμως δεν είναι διόλου επαναστατικό. Ας το πω απλά: ανέλαβαν να κυβερνήσουν επειδή οι θεσμοί της δημοκρατίας τούς το επέτρεψαν, κατά συνέπεια οφείλουν να υπηρετήσουν αυτούς τους θεσμούς.

Πώς να το εξηγήσεις αυτό σε ανθρώπους που μεγάλωσαν με την αγιογραφία του Τσε Γκεβάρα στο εφηβικό τους δωμάτιο, που πιστεύουν στην επικαιρότητα του Κομμουνιστικού Μανιφέστου, που αντιμετωπίζουν τους μετανάστες ως προλετάριους, που θεωρούν ότι η ιδιοκτησία των άλλων είναι κλοπή; Και το χειρότερο: επειδή πιστεύουν ότι οι θεσμοί της αστικής δημοκρατίας είναι διεφθαρμένοι, θεωρούν ηθικό καθήκον τη δική τους διαφθορά. Ακόμη καλύτερα: επειδή πιστεύουν ότι η εκπαίδευση είναι μηχανισμός αναπαραγωγής της κυρίαρχης ιδεολογίας, θεωρούν καθήκον τους να την καταστρέψουν. Και, τέλος, επειδή πιστεύουν ότι οι νόμοι υπάρχουν για να υπηρετούν τα συμφέροντα της κυρίαρχης τάξης και του ιμπεριαλισμού θεωρούν την ανομία λυτρωτική· από τις καταλήψεις στις σχολικές τάξεις ώς την επιείκεια και την ανοχή απέναντι σε πάσης φύσεως τρομοκράτες και κατά συρροήν ληστές και δολοφόνους.

Υπερβάλλω; Ως ένα σημείο μπορεί. Ομως, για να παραφράσω τον Καστοριάδη, ας πω πως η φαντασιακή θέσμιση της ιθαγενούς αριστερής κοινότητας είναι «επαναστατική». Φαντασιώνει την ανατροπή της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, τηρώντας το σχέδιο πλεύσης του λενινισμού. Θα εκμεταλλευθούμε τις δυνατότητες που μας προσφέρει η αστική δημοκρατία για να την ανατρέψουμε. Και αν δεν την ανατρέψουμε, ας διορίσουμε όσο περισσότερους δικούς μας γίνεται για να την καταλάβουμε. Και ας καταστρέψουμε ό,τι τη στηρίζει, απ’ το σχολείο ώς τα ΜΜΕ. Τα παιδιά παίζουν τους επαναστάτες. Σιγά τα ωά. Στην Ελλάδα είμαστε, σ’ ένα κράτος που παίζει το κράτος. Κι όταν τους μαλώσουν οι μεγάλοι του κόσμου τούτου γιατί κάνουν φασαρία, κάθονται ήσυχα μέχρι να περάσει η μπόρα. Και εννοείται, δεν αναρωτιούνται ούτε στιγμή αν όσοι τους ψήφισαν επιθυμούσαν την επανάσταση. Η επανάσταση είναι ιστορικό καθήκον και αν οι μπολσεβίκοι δεν είχαν κάνει το πραξικόπημά τους θα είχαν προδώσει την Ιστορία. Είτε καταλαμβάνεις τα Χειμερινά Ανάκτορα είτε διορίζεις.

Και ποιος θα τους το εξηγήσει; Κάποιος που τους αγαπάει, κάποιος που τους νοιάζεται. Και δεν εννοώ τον Αλέκο Φλαμπουράρη. Εννοώ αυτήν την περίφημη αριστερή διανόηση, η οποία αφού καταδυνάστευσε το φαντασιακό της ελληνικής κοινωνίας σε όλη τη διάρκεια της μεταπολίτευσης, συμμετέχει τώρα στη νομή της εξουσίας. Ποιο είναι το έργο της; Και δεν εννοώ τη βιβλιοπαραγωγή της ή τις πανεπιστημιακές της εργασίες. Εννοώ ποια σκέψη έχει καταθέσει για τη σύγχρονη Ελλάδα –και ας μην είναι πρωτότυπη, ας είναι σκέψη– και με ποιον τρόπο έχει βοηθήσει την Αριστερά να απαγκιστρωθεί από τις αρχαϊκές αγκυλώσεις της, και τον επαναστατικό ιδεασμό της. Η ιθαγενής αριστερή διανόηση, και όχι μόνον, έχει υποστεί ένα είδος λοβοτομής. Ενα τμήμα του εγκεφάλου της, το δημιουργικό, απλώς έχει αφαιρεθεί.

Σκέψεις που έκανα διαβάζοντας στην «Αυγή» συνέντευξη του νέου διευθυντή του Μεγάρου Μουσικής, κ. Δουζίνα. Κατ’ αρχάς να πω πως η παράδοση του οργανισμού στα χέρια του κράτους, κοινώς της κομματικής νομενκλατούρας, είναι μια ήττα για την ελληνική κοινωνία η οποία δεν μπόρεσε να υποστηρίξει τον θεσμό. Μπορείτε να πείτε ό,τι θέλετε, πως το έργο ήταν φαραωνικό, πως έγιναν λάθη, όμως η ύπαρξή του άλλαξε το πρόσωπο της Αθήνας. Το αφήνω για επόμενο σημείωμα. Η παράδοσή του σε έναν άνθρωπο σαν τον κ. Δουζίνα, τυπικό εκπρόσωπο της λοβοτομημένης αριστερής διανόησης, αγγίζει τα όρια της πανωλεθρίας.

Πώς αλλιώς θα χαρακτηρίζατε κάποιον ο οποίος βάζει στο ίδιο τσουβάλι τον Ράσελ, τον Ντεριντά, τον Ζίζεκ, τον Βάρναλη και τον Σεφέρη; – το κάνει στη συνέντευξή του. Και ο οποίος καταλήγει στο συμπέρασμα ότι όλους αυτούς τους συνδέει το αίτημα της κοινωνικής δικαιοσύνης; Α, ρε Σεφέρη, να ’ξερες τον Ζίζεκ, τι χαρές θα έκανες; Επέλεξε, δε, να εγκαινιάσει το πρόγραμμα με ομιλία του Μπαλιμπάρ –επιζώντος από το αλτουσεριανό ολοκαύτωμα– με τίτλο «Η ιδέα της επανάστασης, χθες, σήμερα, αύριο». Το πλούσιο πρόγραμμα του κέντρου μάλιστα θα περιλάβει καλλιτέχνες της αριστερής διανόησης οι οποίοι, εκτός του ότι είναι πολύ σπουδαίοι, υποστήριξαν και το «Οχι» στο δημοψήφισμα. Αχ, μπρε Σεφέρη, που γκρίνιαζες από τότε πως κάτι δεν πάει καλά στον τόπο σου. Πού να ’ξερες; Η κεντρική ιδέα πίσω από όλα αυτά είναι ότι η νέα εποχή που άνοιξε η νίκη του ΣΥΡΙΖΑ είναι η αρχή «του τέλους του τέλους της Ιστορίας». Ουφ! Και είχα αρχίσει να ανησυχώ.

Το πρόβλημα της ελληνικής κοινωνίας είναι η στειρότητα. Ας ευχηθούμε απλώς ότι η «νέα εποχή» που άνοιξε ο ΣΥΡΙΖΑ είναι το τέλος μιας εποχής που κράτησε πολλές δεκαετίες, από το πραξικόπημα των συνταγματαρχών, και ολοκληρώνεται με την κυριαρχία της λοβοτημένης αριστεράς. Αν μη τι άλλο, αυτοί οι άνθρωποι μας βοηθούν να καταλάβουμε πως όλες οι ιδέες και οι ιδεοληψίες που μας ταλανίζουν τόσες δεκαετίες τώρα είναι για τη χωματερή.