ΑΠΟΨΕΙΣ

Το μετα – μεταμοντέρνο πραξικόπημα του Ερντογάν

​​Κάποτε οι γενίτσαροι αναποδογύριζαν το καζάνι με το πιλάφι τους για να δείξουν τη δυσαρέσκειά τους στον σουλτάνο. Τον περασμένο αιώνα, οι στρατηγοί ανέτρεπαν κυβερνήσεις με όπλα και τανκς. Το 1997, η στρατιωτική ηγεσία πέτυχε τη διάλυση κυβέρνησης συνασπισμού υπό τον ισλαμιστή πρωθυπουργό Νετσμετίν Ερμπακάν μόνο με μία απόφαση του Εθνικού Συμβουλίου Ασφαλείας – κίνηση που έμεινε στην τουρκική ιστορία ως «το μεταμοντέρνο πραξικόπημα». Η αποπομπή του πρωθυπουργού Αχμέτ Νταβούτογλου λίγες μόνον ημέρες ύστερα από ανώνυμη επίθεση εναντίον του, από νεοσύστατο μπλογκ, πρέπει να λογίζεται το πρώτο μετα-μεταμοντέρνο παλατιανό πραξικόπημα.

Η πολιτική ίντριγκα ενδημεί στην Τουρκία. Παραδοσιακά διεξάγεται μια αέναη διαμάχη μεταξύ μεταρρυθμιστών και συντηρητικών δυνάμεων, μια σύγκρουση που καθορίζει τις ζωές των υπηκόων της και, σε μεγάλο βαθμό, τις σχέσεις με γειτονικούς λαούς. Σήμερα η Τουρκία βρίσκεται στο μεταίχμιο μεταξύ δημοκρατίας και αυταρχισμού, μεταξύ κοσμικού και θρησκευτικού καθεστώτος, μεταξύ Ανατολής και Δύσης, ενώ μαίνονται πόλεμοι στα σύνορά της (αλλά και στο νοτιοανατολικό τμήμα της) και εκατομμύρια πρόσφυγες και μετανάστες περνούν από το έδαφός της. Ετσι, οι κινήσεις της τουρκικής ηγεσίας αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη σημασία. Οι τελευταίες κινήσεις του πρόεδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν επιβεβαιώνουν την εμμονή του να διευρύνει τις εξουσίες της προεδρίας και να καταστεί μόνος και παντοδύναμος στην πολιτική σκηνή. Οι κινήσεις του, όμως, υποδεικνύουν και κάτι άλλο: ότι είναι εθισμένος τζογαδόρος. Το ερώτημα είναι πού οδηγούν οι απανωτές ζαριές; Ελέγχει το παιχνίδι ή ελέγχεται απ’ αυτό;

Η πορεία του Ερντογάν καθορίζεται από τον χαρακτήρα του, όπως αυτός διαμορφώθηκε μέσα από την πολιτική διαδρομή του – μια πορεία γεμάτη συγκρούσεις, κινδύνους, πρόσκαιρες συμμαχίες, προδοσίες, νίκες και ήττες. Το 1997 ήταν δήμαρχος της Κωνσταντινούπολης και πιστός οπαδός του Ερμπακάν· σημαδεύτηκε από τον τρόπο που οι στρατιωτικοί τον ανέτρεψαν και έμαθε απ’ αυτό. Ο ίδιος καταδικάστηκε το 1999 για την απαγγελία ποιήματος που θεωρήθηκε ότι καλούσε σε ανατροπή του καθεστώτος· φυλακίστηκε για τέσσερις μήνες και στερήθηκε τα πολιτικά του δικαιώματα για πέντε χρόνια.

Οταν το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ), που ο ίδιος ίδρυσε, κέρδισε εκλογές το 2002, ο Ερντογάν έπρεπε να περιμένει έως τον επόμενο χρόνο να αλλάξει ο νόμος που τον απέκλειε από την πολιτική να διεξαχθούν νέες εκλογές και να γίνει πρωθυπουργός. Παρότι ο Ερντογάν κινήθηκε προσεκτικά ώστε να μην προκαλέσει το «βαθύ κράτος», εφαρμόζοντας μια επιτυχημένη οικονομική πολιτική που είχε υιοθετηθεί από προηγούμενη κυβέρνηση και θερμαίνοντας τις σχέσεις με την Ευρωπαϊκή Ενωση, δεν απέφυγε τη σύγκρουση. Το 2008, ένα χρόνο αφού το ΑΚΡ κέρδισε 46,7% σε εθνικές εκλογές, το Συνταγματικό Δικαστήριο εξέτασε πρόταση να απαγορευθεί το κόμμα επειδή παραβίαζε τη συνταγματική επιταγή διαχωρισμού κράτους και θρησκείας. Η πρόταση απερρίφθη με την ελάχιστη πλειοψηφία – 6 από τους 11 δικαστές υπερψήφισαν, όταν απαιτούνταν 7 ψήφοι για να περάσει.

Σε κάθε διαμάχη, ο Ερντογάν απέδειξε ότι ήταν αποφασισμένος να επιβιώσει και να νικήσει (γνωρίζοντας ότι η ήττα θα ήταν το τέλος του) και μεγάλη ικανότητα να εκμεταλλεύεται τη συγκυρία προς όφελός του. Ασπαζόμενος τις αρχές της Ε.Ε. και οδηγώντας την Τουρκία προς τη Δύση, αφόπλισε το κοσμικό καθεστώς, που ήταν θεματοφύλακας αυτής της τάσης, και απέτρεψε την ανάμειξη στρατιωτικών στην πολιτική.

Την ίδια ώρα, ο Ερντογάν βασίστηκε στη φιλία του με τον Φετουλάχ Γκιουλέν –θρησκευτικό ηγέτη που απέκτησε μεγάλη επιρροή με οπαδούς του στα σώματα ασφαλείας, τη Δικαιοσύνη και την εκπαίδευση– για να επιβάλει νέο καθεστώς σε αυτούς τους χώρους. Οταν, όμως, οι δύο άνδρες συγκρούστηκαν και χώρισαν οι δρόμοι τους, το 2013, ο Ερντογάν στράφηκε στους στρατιωτικούς και στο δικό του πλέον «βαθύ κράτος» για να κατατροπώσει τον Γκιουλέν, ο οποίος απάντησε με αποκαλύψεις για την ανάμειξη του Ερντογάν και του στενού του περιβάλλοντος σε κυκλώματα διαφθοράς. Η εξέγερση νέων στο Πάρκο Γκεζί της Κωνσταντινούπολης το 2013 προκάλεσε νέα έκρηξη του Ερντογάν εναντίον όσων θεωρεί εχθρούς, μια έκρηξη που εκδηλώνεται με ολοένα πιο αυταρχικά μέτρα εναντίον οποιουδήποτε θεωρεί αντίπαλο, μεταξύ αυτών δημοσιογράφοι και μέσα ενημέρωσης, επιστήμονες, Κούρδοι και Τούρκοι πολιτικοί.

Τώρα έφθασε να «αποκεφαλίζει» τους δικούς του. Το μπλογκ της 1ης Μαΐου κατηγορούσε τον –κατά τα άλλα πειθήνιο– Νταβούτογλου ότι δεν υπερασπιζόταν τον Ερντογάν επαρκώς εναντίον των εχθρών του, ότι είχε υπερβολικά καλές σχέσεις με Αμερικανούς και Ευρωπαίους ηγέτες, ότι δεν ήταν αρκετά ένθερμος υποστηρικτής της ενίσχυσης του θεσμού της προεδρίας. Κάθε κατηγορία αποδεικνύει παράνοια, μαρτυρεί ότι ο Ερντογάν δεν ενδιαφέρεται για συμμαχίες, ότι παίζει μόνος του τα ζάρια. Σύντομα θα φανούν οι συνέπειες.